Τρίτη, 7 Απριλίου 2009

Πανοπλίες και γάτοι

Υπάρχουν πολλοί τρόποι να προσεγγίσεις ένα βιβλίο, πάρα πολλοί. Μπορεί να το ξεφυλλίσεις αφηρημένα, μπορεί να το ρουφήξεις αχόρταγα, μπορεί να ερωτοτροπήσεις μαζί του ανάλαφρα ή/και επανειλημμένα, μπορεί να γράψεις πάνω στα φύλλα του –όσο αυτά δεν είναι ψηφιακά-, μπορεί να το προσεγγίσεις με απόλυτη σοβαρότητα ή με διάθεση παιγνιώδη, μπορεί, μπορεί, μπορεί…Μπορεί και να μην το προσεγγίσεις καθόλου. Να μην καταδεχτείς να το πλησιάσεις. Να το απορρίψεις, ίσως και με την πρώτη ματιά -έτσι όπως συχνά πυκνά απορρίπτουμε και ανθρώπους από τη ζωή μας. Χωρίς να δώσουμε στους εαυτούς μας μια ευκαιρία (ή περισσότερες) να συμπορευτούμε, να κερδίσουμε από τη διαφορετικότητα μας, να υπερβούμε τα όρια και τα σύνορα μας.

Πρόχειρες σκέψεις, γρήγορες, με αφορμή τα δύο βιβλία για τα οποία συζητήσαμε χθες στη λέσχη μας, τον «Ιππότη με τη Σκουριασμένη Πανοπλία» και την «Ιστορία του γάτου που έμαθε σ’ ένα γλάρο να πετάει». Βιβλία ετερογενή και όμως έως έναν βαθμό παρόμοια, και όχι επειδή στα ράφια ενός ελληνικού βιβλιοπωλείου, πολύ κακώς, θα τα βρει κάποιος στο ίδιο τμήμα, της ξένης λογοτεχνίας.

«Σε ποιον απευθύνονται», ήταν μια ερώτηση ή μάλλον ένα θέμα που μας απασχόλησε ιδιαίτερα στη συζήτηση μας, που, αν και, λόγω των συγκεκριμένων βιβλίων, της έλειπε το ειδικό βάρος της ‘λογοτεχνικότητας’ που τόσο μας αρέσει (και συνήθως αναζητούμε), ήταν εντούτοις πολύ ζωντανή και, χάριν στις υποκριτικές ικανότητες του Γιάννη Χ., του ιππότη με το κράνος-σουρωτήρι, και άκρως κωμική. «Σε ενήλικες που ψάχνονται για αυτογνωσία και αυτοπραγμάτωση», «σε παιδιά», «σε οποιονδήποτε πάνω από 9» (ή ίσως και 8, η Κατερίνα διάβασε τον «Γάτο» στην οχτάχρονη κόρη της), «σε ηλίθιους», «πάντως όχι σ’ εμένα»…ήταν κάποιες από τις πολλές τοποθετήσεις. Όλες, όπως πάντα, απόλυτα σεβαστές. Είναι πολύτιμο και αναφαίρετο δικαίωμα καθενός και καθεμιάς μας να έχει τα γούστα του, τις αρέσκειες και τις απαρέσκειες του, τις προτιμήσεις του για οτιδήποτε και οποιονδήποτε, το πώς εντέλει θέλει να διοχετεύει τον λίγο χρόνο που μας έχει δοθεί πάνω σ’ αυτή τη γη, και επομένως να κάνει τις επιλογές του, σε σχέση με τα βιβλία που προσεγγίζει. Η λέσχη ανάγνωσης, στην οποία έχουμε συνειδητά επιλέξει να συμμετέχουμε, μας ‘αναγκάζει’, εφόσον το θέλουμε, να κάνουμε ένα διαφορετικό βήμα.

«Όταν διαβάζω ένα βιβλίο δεν σκέφτομαι σε ποιον απευθύνεται, δεν με απασχολεί. Με αφορμή το βιβλίο, κάνω συνειρμούς (τους οποίους και συχνά σημειώνω πάνω στα φύλλα του), σκέφτομαι με ποιον τρόπο αφορά εμένα, τον περίγυρο μου, τον κόσμο γύρω μου…μπορεί να μην με αφορά στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, αλλά σε κάποια άλλη φάση της ζωής μου», μας είπε η Αλεξάνδρα, μία από τις δύο συντονίστριες της χθεσινής βραδιάς, και ας με συγχωρήσει για την ελεύθερη απόδοση των λόγων της. Η Αλεξάνδρα περίμενε υπομονετικά, -εξαιρετικά υπομονετικά, λαμβάνοντας υπόψη τα δικά της όρια υπομονής, όπως, χαμογελαστά, μας πληροφόρησε- για να κλείσει ο κύκλος των σχολίων, και να πάρει κι αυτή το λόγο. Στα λόγια της μένω και στη στάση της.



ΥΓ. Ήταν μεγάλη χαρά για μας να γνωρίσουμε από κοντά τη Νεφέλη, τη μεγάλη κόρη της Κατερίνας -ήδη στην πρώτη γυμνασίου-, που μας τίμησε με την παρουσία και με τις απόψεις της. Και η οποία, ως νέο βαρόμετρο της παρέας μας, αποφάνθηκε ότι δεν είμαστε βαρετοί…ή έστω, ότι αυτή τη φορά δεν (μας) βαρέθηκε!!! Γι’ αυτό και μας πρότεινε ένα από τα προσεχή αναγνώσματα της λέσχης μας, το «Μαύρος Κύκνος», του Ντέιβιντ Μίτσελ. Σ’ ευχαριστούμε Νεφέλη. Και πού ξέρεις, μπορεί την προσεχή φορά να φορούμε όλοι και όλες κοστούμια και ταγέρ…έτσι δεν περίμενες να μας δεις; Μην ξεχνάς όμως, υπάρχουν πολλές διαφορετικές πανοπλίες…όπως υπάρχουν και πολλοί διαφορετικοί γάτοι…