Τετάρτη, 15 Δεκεμβρίου 2010

"Διαβάζοντας στη Χάννα" του Bernhard Schlink

Δευτέρα 13 Δεκεμβρίου 2010



Είναι σπάνιο ένα βιβλίο να προκαλέσει την ίδια αναγνωστικήή ευχαρίστηση σε όλα μέλη της λέσχης μας και όποτε αυτό συμβαίνει είναι ιδιαίτερα απολαυστικό. Δεν είναι τυχαίο που η συγκεκριμένη συζήτηση της περασμένης Δευτέρας, πάνω στο «διάσημο» βιβλίο του Schlink «Διαβάζοντας στη Χάννα» δεν προχώρησε καθόλου σε πεδία ανάλυσης της γραφής και της τεχνικής του συγγραφέα. Το θέμα και οι χαρακτήρες του βιβλίου ήταν τόσο δυνατά που μονοπώλησαν το ενδιαφέρον και όλοι συμφωνήσαμε ότι πρόκειται για ένα έργο με μεγάλη λογοτεχνική αξία.


Ο Bernhard Schlink, νομικός και καθηγητής συνταγματικού δικαίου, ήταν γνωστός στη Γερμανία ως συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων. Με το «Der Vorleser» (τίτλος αμετάφραστος στα ελληνικά, αφού σημαίνει «αυτός που διαβάζει στον άλλον»-στα αγγλικά μεταφράστηκε ως «The reader») το 1995, η φήμη του ξεπέρασε τα όρια της πατρίδας του, καθώς το έργο μεταφράστηκε σε περισσότερες από 45 γλώσσες, βρέθηκε στην κορυφή των best sellers ακόμα και στους New York Times (το μόνο γερμανικό μυθιστόρημα που έχει βρεθεί ποτέ σε αυτή τη θέση) και σήμερα θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα έργα της γερμανικής λογοτεχνίας και διδάσκεται στα γερμανικά σχολεία.



Στη συζήτησή μας, ο Γιάννης Χ. επισήμανε πρώτος τα σταθερά δίπολα που υπάρχουν στο έργο και αφορούν τη σχέση ανάμεσα στο ατομικό και το συλλογικό: ατομική και συλλογική μνήμη, επίγνωση, ευθύνη. Η φιλολογία γύρω από το βιβλίο μιλάει για αυτή τη σχέση της νεότερης γενιάς Γερμανών με τη γενιά που ανέδειξε τον Ναζισμό και κατά πόσο οι σχέσεις των χαρακτήρων αντικατοπτρίζουν τον θυμό των Γερμανών για τους προγόνους τους. Η Αλεξάνδρα, έχοντας ζήσει χρόνια στη Γερμανία, μας μίλησε για τη γνώση των Γερμανών ότι η ανθρωπότητα δε θα τους συγχωρήσει ποτέ το Ολοκαύτωμα. Η Κατερίνα, παρατήρησε ότι το βιβλίο δε θέλει να τονίσει την ιστορία του Ολοκαυτώματος, αλλά το στοιχείο της ενοχής, άποψη την οποία όλοι μοιραστήκαμε. Όπως δήλωσε και ο ίδιος ο Schlink σε συνέντευξή του[1] η ενοχή είναι κάτι που περνάει από γενιά σε γενιά στη Γερμανία και που πλέον έχει μετατραπεί σε αίσθηση χρέους προς τους απογόνους των θυμάτων. Κάτι που αντικατοπτρίζεται στον χαρακτήρα του Μίχαελ, ο οποίος από τη μία δεν μπορεί να σταματήσει να αγαπάει τη Χάννα κι απ΄ την άλλη αδυνατεί να τη συγχωρήσει.



Τα περισσότερα μέλη της ΠΑΡΑ.Λ.Ι.Α.ς δεν πείστηκαν από τον χαρακτήρα της Χάννα. Η Μαίρη τόνισε ότι ανεξάρτητα με τον αναλφαβητισμό του, δεν είναι λογικό κάποιος να φτάσει να γνωρίσει τις ανθρώπινες αξίες μέσα από τον Όμηρο ή άλλα αναγνώσματα. Η άγνοια δεν απαλλάσσει, άποψη που στηρίζει και ο ίδιος ο συγγραφέας στην ίδια συνέντευξη, μιλώντας για «ηθικό αναλφαβητισμό» που είναι πολύ πιο ολέθριος. Ένας ηθικός αναλφαβητισμός που στην περίπτωση της Γερμανίας οδήγησε σε «συλλογική νάρκωση», όπως αναφέρεται και μέσα στο έργο. Η Χάννα όμως, είναι ένας ανθρώπινος χαρακτήρας, όπως παρατήρησαν η Μαρία και η Μαίρη, με πολλά ελαττώματα και με βασικό χαρακτηριστικό της την ντροπή του αναλφαβητισμού, που ορίζει τα πάντα στη ζωή της. Όταν όμως μαθαίνει να διαβάζει, έρχεται η συναίσθηση της ευθύνης της που είναι ακόμα μεγαλύτερη ντροπή. Γι αυτό τελικά αυτοκτονεί; Από ενοχές; Από αδυναμία επανένταξης; Από καθήκον; Από τον συνδυασμό όλων των παραπάνω; Ο Μίχαελ, προς το τέλος του έργου (σελ 177) παρατηρεί: «ο αναλφαβητισμός είναι ανηλικότητα. Η Χάννα, έχοντας το θάρρος να μάθει ανάγνωση και γραφή, είχε κάνει το βήμα από την ανηλικότητα στην ενηλικίωση, ένα βήμα διαφωτισμού». Η αναγνώριση της ευθύνης της είναι ίσως η δύναμη που έσπρωξε τη Χάννα στην αυτοκτονία, όπως πιστεύει ο Cohen[2].


Τελικά, όπως επισήμανε και ο Γιάννης Π., το κατόρθωμα του συγγραφέα είναι η ψυχραιμία του απέναντι σε αυτό που αφηγείται. ΟSchlink δεν παίρνει θέση, αλλά αφήνει τον αναγνώστη να αποφασίσει. Δίνει όσα χρειάζεται για την ιστορία, ψύχραιμα και κρατώντας απόσταση, χωρίς ωστόσο να καταλήγει ψυχρός, αφού έχει επιλέξει να κάνει τις αναγωγές στο συλλογικό μέσα από το προσωπικό, το ανθρώπινο.

Η συνάντηση της Δευτέρας με αφορμή τη «Χάννα» μας χόρτασε πνευματικά και ήταν η τέλεια αρχή για να χορτάσουμε και με τις λιχουδιές στο παρακείμενο ταβερνείο, μετά τη συζήτησή μας. Ήταν ένα ευτυχές κλείσιμο για αυτή την αναγνωστική μας χρονιά.