Τετάρτη, 29 Οκτωβρίου 2008

Δημήτρης Αθηνάκης - περί μετάφρασης και άλλων δαιμονίων

Δευτέρας απόγευμα. Στο αγαπημένο μας dasein. 14 άνθρωποι. Κουβέντες αντικρουόμενες, ζωντανές, τολμηρές. Καλεσμένος μας ο μεταφραστής Δημήτρης Αθηνάκης.

Η συζήτηση ξεκίνησε από το πώς φτάνει ένα προς μετάφραση βιβλίο στα χέρια του μεταφραστή, μέχρι το πότε «χωρούν» υποσημειώσεις σε ένα κείμενο. Και, φυσικά, αν όλα μεταφράζονται, αν η μετάφραση είναι μεταγραφή, ποια είναι η λειτουργία της κριτικής, η ελευθερία (ή μη) του μεταφραστή να επέμβει στο κείμενο, τα λάθη στη μετάφραση, το αμετάφραστο κάποιον κειμένων. Και πιο καθημερινά ζητήματα, όπως ας πούμε αν γίνεται να βιοποριστεί κανείς από τη μετάφραση.

Με τον Δημήτρη κουβεντιάσαμε και ένα ζήτημα, το οποίο πολύ έχει απασχολήσει τη Λέσχη Ανάγνωσης του ΜΕΛΟΜΑ τον τελευταίο καιρό: επηρεάζει τον αναγνώστη η βιογραφία του συγγραφέα; Αν και σε κάποιους από εμάς (π.χ. σε εμένα) η απάντηση μοιάζει προφανής (ναι, δεν γίνεται παρά να τον επηρεάζει), σε κάποιους άλλους είναι εξίσου προφανές το ακριβώς αντίθετο (όχι, δεν επηρεάζει την ανάγνωση η βιογραφία του δημιουργού).

Αδυνατώ να μεταφέρω εδώ τη ζωηρότητα της συζήτησης, των ανοιχτών ερωτημάτων και του γέλιου που ρίξαμε. Κρίμα που δεν είχαμε μεριμνήσει να τραβήξουμε φωτογραφίες. Την επόμενη φορά θα είμαστε καλύτερα προετοιμασμένοι.

Κυριακή, 26 Οκτωβρίου 2008

Πατρίκ Μοντιανό: Στο café της χαμένης νιότης

Ποια είναι η Λουκί ή η σπουδάστρια ή η κατά κόσμον Ζακλίν Ντελάνκ σύζυγος του Ζαν-Πιερ Σουρό;




Ο Μοντιανό δίνει λόγο σε όλους όσοι τη γνώρισαν, μα ελάχιστα την ήξεραν πραγματικά: έναν φοιτητή που σύχναζε στο ίδιο με αυτήν καφέ, έναν ιδιωτικό ντετέκτιβ που την αναζητά κατά παραγγελία του συζύγου της, έναν εκκολαπτόμενο συγγραφέα και τελευταίο εραστή της, ενώ και η ίδια η Ζακλίν αφηγείται ένα μέρος της ζωής της. Παράλληλα απ’ το προσκήνιο περνούν και άλλοι χαρακτήρες που σκιαγραφούν το χαρακτήρα της, η μητέρα της που δούλευε στο Μουλέν Ρουζ, ο στοργικός αστυνομικός, η Ζανέτ Γκολ ή Νεκροκεφαλή που τη μυεί στον αιθέρα και ο Γκι ντε Βερ, προσωποποίηση του συγγραφέα, που χτίζει ή διαμορφώνει το χαρακτήρα της προτείνοντάς της βιβλία προς ανάγνωση.




Βρισκόμαστε στη δεκαετία του ’60, στις γειτονιές του Παρισιού, εκεί που «υπήρχαν μεταβατικές ζώνες, no man’s land, όπου ήσουν στο περιθώριο των πάντων, σε εκκρεμότητα, περαστικός». Στα 15 της η Ζακλίν συλλαμβάνεται δύο φορές για αλητεία ανηλίκου. Τι αναζητά και βγαίνει στο δρόμο; Είναι η φυγή της από ένα πλαίσιο ή η μετάβαση από μια ζωή σε μια άλλη; Μήπως η αδυναμία της να ωριμάσει; «Πίστευα ότι έπρεπε να σκληρύνω, να παλέψω με τον εαυτό μου, να προσπαθήσω να αυτοελεγχθώ» για να καταλήξει λίγο μετά «υπολόγιζα πολύ στις γνωριμίες που θα έκανα και που θα έβαζαν ένα τέρμα στη μοναξιά μου»…




Η Ζακλίν είναι μια γυναίκα ουσιαστικά χωρίς ταυτότητα που δεν νοιάζεται ποιο όνομα θα τη χαρακτηρίζει – Λουκί, σπουδάστρια, Ντελάνκ ή Σουρό – ψηλαφίζει το παρελθόν της, ανατρέχοντας στη μνήμη που προσπαθεί να αποβάλλει και να καταστρέψει. «Όταν όλα καταγράφονται ξεκάθαρα, αυτό σημαίνει ότι όλα έχουν τελειώσει, όπως στα μνήματα όπου είναι χαραγμένα ονόματα και ημερομηνίες» βιώνοντας τη θλίψη και τη μελαγχολία που της επιφέρει το οριοθετημένο πλαίσιο και όσα αυτό συνεπάγεται – η υποτυπώδης ασφάλεια της μητέρας στην αρχή, του συζύγου στη συνέχεια, του εραστή εν τέλει – ένα πλαίσιο που λειτουργεί μεν βασανιστικά σαν λαιμητόμος αλλά και που χωρίς αυτό δεν μπορεί τελικά να επιβιώσει. Στα διαλείμματα της ζωής της ή στις μεταβάσεις από τη μια σχέση στην άλλη βρίσκει καταφύγιο σε αβέβαιες σχέσεις εξάρτησης τη μια με τη Ζανέτ Γκολ και τον περίεργο κύριο Μοσελινί, την άλλη με μια λογοτεχνική παρέα στο café Condé, περιπλανώμενη πάντα στις Ουδέτερες Ζώνες του Παρισιού όντας στην ουσία απούσα. Ή μήπως μποέμ, αναρωτιέται ο αφηγητής; «Μποέμ: άτομο που διάγει ζωή περιπλανώμενη, χωρίς κανόνες και χωρίς έγνοιες για το αύριο. Να ένας ορισμός που ταίριαζε απόλυτα σε όσους και όσες σύχναζαν στο Condé», λέει ο Μοντιανό. Όμως η Ζακλίν δεν είναι μποέμ…




«Σ’ αυτή τη ζωή που καμιά φορά μας φαίνεται σαν χερσότοπος χωρίς κατευθυντήριες πινακίδες, ανάμεσα σ’ όλες αυτές τις γραμμές φυγής και τους χαμένους ορίζοντες, πολύ θα θέλαμε να βρούμε σημεία αναφοράς, να καταστρώσουμε κάτι σαν κτηματολόγιο, για να μην έχουμε πια την εντύπωση ότι αρμενίζουμε ακυβέρνητοι. Οπότε, δημιουργούμε δεσμούς, προσπαθώντας να σταθεροποιήσουμε ριψοκίνδυνες γνωριμίες» λέει ο ιδιωτικός ντετέκτιβ που την αναζητά.

Αυτό είναι όμως μόνο η Ζακλίν; Στο café Condé εμφανίζεται κουβαλώντας «ένα βιβλίο τσέπης, με βρόμικο εξώφυλλο, απ’ αυτά που τ’ αγοράζεις μισοτιμής στα παλαιοπωλεία του Σηκουάνα», που της έχει δώσει ο Γκι ντε Βερ. Το βιβλίο είναι «ο Χαμένος ορίζοντας» του Τζέιμς Χίλτον (1933).




Διαβάζοντας μια κριτική του Μ. Πανώριου για τον Χαμένο Ορίζοντα στη Βιβλιοθήκη το 2002 (http://www.enet.gr/online/online_issues?pid=51&dt=10/05/2002&id=98354632), νιώθω σαν να περιγράφεται η στάση της ίδιας της Ζακλίν:
Η «φυγή από την πραγματικότητα», παρ' όλο που θεωρείται παρεξηγημένα συνειδητή πράξη εθελοτυφλίας απέναντι στα καθημερινά προβλήματα της ζωής, δεν είναι καθόλου τέτοια. Στην ουσία, είναι μια βαθύτατα υπαρξιακή στάση-αντίδραση σε ένα ορισμένο κοινωνικοπολιτικό σύστημα, στις φιλοσοφικές και θρησκευτικές δομές του οποίου ο άνθρωπος κινδυνεύει να χάσει τον εαυτό του. Τότε, έχοντας συνειδητοποιήσει ότι η Ιστορία γράφεται από τις διάφορες εξουσίες και, κυρίως, ακούγοντας τον ήχο του επερχόμενου μέλλοντος, «αναχωρεί», είτε στο εσωτερικό είτε στο εξωτερικό του εαυτού του -είναι και αυτή η απόφαση μια μορφή αγώνα, ίσως η σωστότερη και αποτελεσματικότερη-, προσπαθώντας έτσι να διαφυλάξει και να περισώσει μέσα του το μεγαλείο και την ομορφιά του ανθρώπου και της φύσης, γεγονός που παίρνει μάλιστα τις διαστάσεις αυτοθυσίας μπροστά στη διαπιστωμένη έλευση ενός νέου εφιαλτικού Αρμαγεδδώνα.




Όμως ο Μοντιανό δεν μένει εδώ, το δεύτερο βιβλίο που βάζει να της προτείνει ο Γκι ντε Βερ είναι η «Λουίζ του Κενού – Ο θρίαμβος της φτώχειας και των ταπεινώσεων» του Jean Maillard (1713), θολώνοντας πλέον τα νερά για την ψυχική κατάσταση της Ζακλίν, προοικονομώντας έτσι και το τέλος της. Η Louise de Bellère du Tronchay ήταν μία αριστοκράτισσα, με μοναδική χάρη, μέχρι που στα 35 της έπαθε μια κρίση, κάτι ανάμεσα σε τρέλα και μυστικιστική κλίση, και μέσα από την άσκηση αφοσίωσης και το βάθος της αναφοράς της στον Θεό, γίνεται παράδειγμα προσωπικής ανιδιοτέλειας και μυστικιστικής έκλαμψης (http://www.lekti-ecriture.com/editeurs/louise-du-neant.html).




Η Ζακλίν Ντελάνγκ, ή Λουκί, ή η σπουδάστρια, ή απλώς σύζυγος του Ζαν-Πιερ Σουρό είναι απλώς γοητευτική.

Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2008

Πλάτων Ροδοκανάκης: Το βυσσινί τριαντάφυλλο

Κάποιους μήνες τώρα με γυροφέρνει «Το βυσσινί τριαντάφυλλο» (Β.Τ.) του Πλάτωνα Ροδοκανάκη. Δεν ξέρω το λόγο. Πρώτα είδα την θεατρική διασκευή του ομώνυμου διηγήματος από την ομάδα «Όχι παίζουμε», μετά έψαξα και διάβασα το γραπτό κείμενο και τέλος αναζήτησα την ιστορία του διηγήματος αυτού.



Το 1909 ο Ροδοκανάκης άρχισε να εκδίδει σε αποσπάσματα το Β.Τ. στην εφημερίδα Ακρόπολις. Ο συγγραφέας Κωνσταντίνος Χρηστομάνος τον κατηγόρησε ότι αντέγραφε τον άκρατο συναισθηματισμό και τη χλιδή του ύφους του έργου του το Βιβλίο της Αυτοκράτειρας Ελισάβετ. «Ο Ροδοκανάκης επέμενε πως ήταν ο Χρηστομάνος που τον αντέγραφε, πως το θεατρικό έργο Τα τρία φιλιά του Χρηστομάνου ήταν αντιγραφή από το Β.Τ.». Η κατάληξη ήταν ο Χρηστομάνος να πάει στα δικαστήρια τον Ροδοκανάκη «επί δυσφημίσει». Ο Κωστής Παλαμάς ήταν εκείνος που τελικά τον έσωσε «καταθέτοντας πως κατηγορία λογοκλοπής, έστω και αν υπάρχει κάποια μίμηση ή επιρροή, δεν μπορεί να σταθεί».
Και να σημειωθεί πως και οι δυο εστέτ της εποχής ανήκαν στην ίδια λογοτεχνική παρέα και κρούσματα αντιγραφής είχαν υπάρξει και παλιότερα με Το φλογισμένο ράσο του Ροδοκανάκη όπου ο τίτλος προερχόταν από έργο του Χρηστομάνου…
Αυτή είναι η πρώτη ιστορία που σέρνει το Β.Τ. Η δεύτερη έχει να κάνει με έναν άλλο συγγραφέα της παρέας, τον Περικλή Γιαννόπουλο, ο οποίος αυτοκτόνησε στον Σκαραμαγκά κατά τον τρόπο που αυτοκτονούν οι δυο ήρωες στο Β.Τ. …


"Ο Πλάτων Ροδοκανάκης τοποθετείται χρονικά στο τέλος της λεγόμενης λογοτεχνικής γενιάς του 1880. Η γραφή του κινείται στα πλαίσια του αισθητισμού, με αναφορές στο έργο του Όσκαρ Ουάιλντ, του Ντ’ Αννούντσιο, του πρώιμου Νίκου Καζαντζάκη, του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου και τη φιλοσοφία του Φρειδερίκου Νίτσε". (http://www.lemoni.gr/shop/author.asp?ID=18758). Ο Παλαμάς, σε κριτική του που δημοσιεύεται στη συλλογή διηγημάτων του Ροδοκανάκη, όπου και το Β.Τ., αναφέρει «Στο Β.Τ. βρίσκετε στοιχεία από τη ζωή, το σχέδιο μιας ιστορίας, κάτι σαν ψυχολογική ανάλυση, κάποιο δράμα, κάτι σα χαρακτήρες, λίγη ειρωνεία, λίγη φιλοσοφία, ξέρω κ’ εγώ τι. Μα το ξεδιακριτικό του γνώρισμα είναι το εγώ του συγγραφέα που δεν περιγράφει τη ζωή, πιστά ή άπιστα, μα την ερμηνεύει, ντύνοντάς τηνε, μεταμορφώνοντας, σχεδόν παραμορφώνοντας, μέσα στα πλατιά, πολύπτυχα, αρχοντικά, και κάποτε αποκριάτικα φορέματα του λυρισμού…».



Δεν ξέρω ποιο κείμενο είχε υπόψη του ο Παλαμάς. Στο πρόλογο του βιβλίου το Β.Τ. ο Ροδοκανάκης αναφέρει «Το έργο, όπως βγαίνει τώρα, είναι κάπως διαφορετικό από κείνο που είχε γραφεί». Έχει κάνει αλλαγές, έχει κόψει ολόκληρα κομμάτια «για λόγους τέχνης» και «για να σβηστή κάθε γραμμή ομοιότητας» κ.λπ. κ.λπ. που παραδίδουν ένα κείμενο σμπαραλιασμένο και μάλλον αδιάφορο.



Και ερχόμαστε στο σήμερα. Μια ομάδα αποφασίζει να ξανα-ανακαλύψει τον Ροδοκανάκη και το Β.Τ. για τους δικούς της λόγους «Η δράση οργανώνεται με αφορμή τα 100 χρόνια από την πρώτη και μοιραία ανάγνωση, σε στενό λογοτεχνικό κύκλο, του έργου Το Βυσσινί Τριαντάφυλλο του μυστηριώδους λογοτέχνη. Μοιραία ανάγνωση διότι οδήγησε τον Π. Γιαννόπουλο να εμπνευστεί τον τρόπο της αυτοκτονίας του, έσπρωξε τον Κ. Χρηστομάνο στα δικαστήρια, εισήγαγε τον νεαρό Πλάτωνα στα πιο σημαντικά λογοτεχνικά σαλόνια της εποχής και επικύρωσε το καθαρόαιμο της μυστικιστικής – βυζαντινής του καταγωγής.»



Σήμερα αν ξανασυστήναμε το Ροδοκανάκη, για ποιο λόγο θα το κάναμε; Εγώ θα έλεγα για το εκπληκτικό του χιούμορ, ένα υποδόριο χιούμορ που αφήνεται ξαφνικά να πλημμυρίσει τον κόσμο που φτιάχνει. Και νομίζω ότι τα υπόλοιπα διηγήματα της συλλογής του Β.Τ. αδικούνται απ’ την ιστορία που σέρνει το ομώνυμο κείμενο.


Ίσως δίκαια θεωρείται ως ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της σχολής του ελληνικού αισθητισμού, όμως υπάρχουν ακόμα πολλές πτυχές του έργου του που όπως φαίνεται δεν έχουν καλά καλά αποκαλυφθεί [Ένας συγγραφέας που θα μπορούσε να θεωρηθεί πρόδρομος των υπερρεαλιστών μας, Νάσος Βαγενάς http://www.sarantakos.com/kibwtos/rodokanakhs_maxaragias.html ]



[στοιχεία αντλήθηκαν από: Πέτρου Χαρτοκόλλη Ο αυτόχειρας του Σκαραμαγκά, Σύλλογος προς διάδοσιν ωφελίμων βιβλίων, Αθήναι 2007
Πλάτων Ροδοκανάκης Το βυσσινί τριαντάφυλλο, Εκδόσεις Νεφέλη 1988
Και τα liks που αναφέρονται μέσα στο κείμενο]

Κυριακή, 12 Οκτωβρίου 2008

Ο Δημοσθένης Βουτυράς στο "Φαρφουλά"

Διάβασα αυτές τις μέρες το καλαίσθητο λογοτεχνικό περιοδικό «Φαρφουλάς» με αφιέρωμα στο Δημοσθένη Βουτυρά, 50 χρόνια μετά το θάνατό του (1872-1958).




Στάθηκα κυρίως στη συνέντευξη που έδωσαν ο Βάσιας Τσοκόπουλος, επιμελητής των Απάντων του Βουτυρά (μέχρι τώρα έχουν εκδοθεί 5 τόμοι με διηγήματα του Βουτυρά και κριτικά κείμενα πάνω στο έργο του συγγραφέα, ετοιμάζεται ο 6ος, ενώ υπολογίζεται ότι οι τόμοι θα φτάσουν τους 14) και ο Διαμαντής Καράβολας, εκδότης του «Φαρφουλά» (το όνομα Φαρφουλάς προέρχεται από διήγημα του Βουτυρά), στον Νίκο Αξαρλή στο Κανάλι Ένα του Πειραιά.



Ο Καράβολας εντάσσει το έργο του συγγραφέα σε ένα αιρετικό ρεύμα στο σώμα της ελληνικής λογοτεχνίας, με πολλά στοιχεία νεωτερικά, 30 χρόνια δηλαδή νωρίτερα απ’ τη γενιά του ’30, με τον Στρατή Τσίρκα πρώτο και το Στυλιανό Αλεξίου στην συνέχεια να μιλούν για τον μοντερνισμό του. Ο Τσοκόπουλος αναφέρει τα κύρια χαρακτηριστικά στο έργο του Βουτυρά, τις δυνατές εικόνες περιγραφής, τη μουσικότητα, τον αισθητισμό του, την ιδιαίτερη στράτευσή του (ως έργο διαμαρτυρίας), ένα έργο που είχε μεγάλη απήχηση «στα πιο δυναμικά κομμάτια του κοινού, στους νέους, τους πάροικους κλ.π.».
Σκέφτομαι αν ο Βουτυράς ξεχάστηκε ή ξεπεράστηκε; Αν ξεπεράστηκε εμείς σήμερα δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα άλλο απ’ το να τον μνημονεύουμε ως μέρος της παραγωγής του 20ου αι.. Αν ξεχάστηκε τότε μήπως αυτό οφείλεται και στο γεγονός ότι δεν βρέθηκε νωρίτερα ένας επιμελητής, ένας θεωρητικός να γράψει μια συνθετική μελέτη για το έργο του; Και το λέω γνωρίζοντας τα ζεύγη Ρίτσος/Προκοπάκη, Τσίρκας/Προκοπάκη, Αλεξάνδρου/Ραυτόπουλος κ.λπ..

Τρίτη, 7 Οκτωβρίου 2008

Ο Πίντσον στο σφυρί




Διαβάσαμε λοιπόν τη "Συλλογή των 49 στο σφυρί" του Πίντσον.


ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ

  1. Ο Πίντσον προσπαθεί να κάνει κάτι, να πει κάτι, να δώσει κάποιο νόημα; Ή μήπως πρόκειται για μία φάρσα;

  2. Πώς μπορώ να πάρω στα σοβαρά ένα κείμενο, το οποίο ο ίδιος ο δημιουργός του σχολιάζει πλέον αρνητικά; Να το δω ως ένα βήμα προς αυτό που θέλει τελικά να κάνει; Είναι ένα αποτυχημένο βήμα;

  3. Εγώ, σήμερα, ζω σε έναν κόσμο όπως αυτόν που περιγράφει ο Πίντσον; Τί έχει να μου πει; Έχει να μου πει κάτι; (Σημείωση: ο Γιάννης Π., μέλος της Λέσχης, βρήκε άρθρο εφημερίδας, το οποίο αναφέρει πως υπάρχει εργαστήριο στην Ελβετία που μετατρέπει τη στάχτη από τα κόκαλα των πολυαγαπημένων μας σε διαμάντια. Σπεύσατε!. Που σημαίνει ότι τα κόκαλα των νεκρών πολεμιστών του Πίντσον δεν βρίσκονται μακριά από την αλήθεια μας.)

  4. Γιατί αυτή η μουρδουκλωμένη γλώσσα; Πώς μπορούν να αποδωθούν στα ελληνικά οι άπειρες αναφορές του Πίντσον στην αμερικάνικη κουλτούρα;

  5. Υπάρχει μεταμοντερνισμός; Και αν ναι, τί είναι αυτός; Και πόσο με νοιάζει; Μήπως σήμερα έχει ήδη ξεπεραστεί;


Και πολλά πολλά άλλα βεβαίως.


Ευτυχώς, μετά πήγαμε για τσίπουρα στο "Άμα Λάχει", οπότε όλα γίνανε πια ξεκάθαρα. Δεν είχαμε πλέον ερωτήσεις. Μονάχα απαντήσεις. Και πολλά γέλια.