Τετάρτη, 28 Ιανουαρίου 2009

Λάρισα, 22/1/09


Την περασμένη Πέμπτη παραβρεθήκαμε σε μια εκδήλωση στη Λάρισα για να υποστηρίξουμε και να χειροκροτήσουμε ένα απ’ τα πρώτα μέλη της ομάδας μας τη Χριστίνα Μπόγκα, η οποία έλαβε μέρος στον Πανθεσσαλικό διαγωνισμό ποιήματος-διηγήματος και κέρδισε το πρώτο βραβείο διηγήματος.
Να την υποστηρίξουμε γιατί αυτό έχει ανάγκη ένας νέος δημιουργός και να τη χειροκροτήσουμε γιατί το διήγημά της ήταν πολύ καλό (δεν γνωρίζω βέβαια τα άλλα – αλλά έχω κάθε δικαίωμα να μεροληπτώ).



Το διαγωνισμό είχε οργανώσει ο Πολιτιστικός Οργανισμός Δήμου Λαρισαίων και το περιοδικό Γραφή, Τετράδια Λογοτεχνίας. Υπήρχαν κάποια σαφώς οργανωτικά προβλήματα διαχείρισης του χρόνου της εκδήλωσης, μια δυσκαμψία συντονισμού: η επιτροπή «πρότεινε» τους νικητές αρχικά, ακολούθησε διάλειμμα με τη Γυναικεία Χορωδία της Λέσχης Φιλόμουσων (η οποία ήταν πολύ καλή) και ακολούθησε η βράβευση.
Από την κριτική επιτροπή ξεχωρίζω την Γιολάντα Πατεράκη (γενική γραμματέα της «Εθνικής Εταιρείας των Ελλήνων Λογοτεχνών» http://www.eeths.gr/full_product1.php?prod_id=ektakta_124&page=2), της οποίας η σεμνή παρουσία και η στιβαρότητα της μορφής πρόσφερε μια κάποια εγγύηση. Τους υπόλοιπους δεν τους γνώριζα (ποιοι ήταν και σχόλια για την εκδήλωση μπορείτε να δείτε και στο blog του περιοδικού Γραφή http://graphi-larissa.blogspot.com/) αλλά δεν σχημάτισα και την τρομερή εικόνα…



Απ’ τα λεγόμενα των διοργανωτών η συμμετοχή στο διαγωνισμό ήταν αρκετά μεγάλη (κάποιες εκατοντάδες ποιήματα, λιγότερα διηγήματα), αλλά διατηρώ αμφιβολίες για το ποιοτικό αποτέλεσμα κυρίως στο κομμάτι της ποίησης, (αν είναι αυτό που μετράει) κρίνοντας απ’ τα τρία βραβευθέντα ποιήματα που διαβάστηκαν από ηθοποιούς.
Το περιοδικό Γραφή απ’ την άλλη έχει μια πολύ καλή πορεία (δείτε το blog του να πάρετε μια γεύση, το τελευταίο του τεύχος είναι αφιερωμένο στον Μ. Καραγάτση), ποντάροντας σε μια υψηλή αξιολόγηση.



Νομίζω ότι απ’ όσα μπορώ να καταλάβω αναγνωρίζω δύο στοιχεία σε όλη αυτήν την προσπάθεια του διαγωνισμού: Το πρώτο είναι αρνητικό και θα το πω με ένα παράδειγμα: όταν σπούδαζα στα Γιάννενα, παρακολούθησα μια έκθεση ζωγραφικής (Ελλήνων καλλιτεχνών όχι όμως μόνο Ιωαννιτών). Την αφίσα της έκθεσης είχε επιλεχθεί να κοσμήσει ένας πίνακας με έναν βοσκό που έπαιζε τη φλογέρα του…
Το δεύτερο στοιχείο είναι ότι αυτός ο περιορισμένος χώρος δράσης-αντίδρασης, μικρής εμβέλειας, επαρχιακός εν γένει, ίσως καθιστά την όλη οργάνωση πιο «αθώα». Ίσως δηλαδή να προστατεύεται και όλο αυτό με το να κρατιέται έξω απ’ τα πράγματα. Δεν ξέρω αν είναι καλό, αν είναι συντηρητικό, οπισθοδρομικό, αλλά έχει μια, κουρασμένη βέβαια, αυθεντικότητα.


Σίγουρα από μια εκδήλωση που παρακολούθησα δεν μπορώ να βγάλω ασφαλή συμπεράσματα για το τι γίνεται ή όχι σε μια πόλη, νομό κ.λπ. κ.λπ.. Και το λέω γιατί σίγουρα γίνονται φιλότιμες προσπάθειες. Η Άννα-booklover για παράδειγμα ζει στη Λάρισα, και, αν και δεν καταφέραμε να πούμε πολλά πράγματα, έδειχνε πολύ ικανοποιημένη και ευχαριστημένη. Να προσθέσω και το free press YourCity (http://www.your-city.gr/index.php) του φίλου Γιάννη Αντάμη ή την οργάνωση των λεσχών ανάγνωσης του Βόλου από τον Ακρίβο.


Αναμφίβολα, ένας διαγωνισμός μπορεί να βάλει κάποιους ανθρώπους σε μια «καλλιτεχνική» τροχιά, ίσως δηλαδή τους δώσει ώθηση να γνωρίσουν βαθύτερα κάποια πράγματα, ίσως, ίσως, ίσως… (Δεν αναιρούνται πάντως αυτά που έχουμε υποστηρίξει ως Λέσχη Ανάγνωσης ΜΕΛΟΜΑ για το Βραβείο Αναγνωστών… για το οποίο ευτυχώς – ευκαιρίας δοθείσης – δεν λάβαμε μέρος…)

Παρασκευή, 23 Ιανουαρίου 2009

Μυθιστόρημα με κοκαϊνη ΙΙ

Ο Μ. Αγκέεφ, ένας συγγραφέας-φάντασμα που κανείς ποτέ δεν είδε το πρόσωπό του, που άλλοι θεωρούν επίγονο του Ντοστογιέφσκι κι άλλοι ετερώνυμο του Ναμπόκοφ, μας άφησε δύο μονάχα έργα, σημαντικότερο εκ των οποίων το Μυθιστόρημα με Κοκαΐνη.

Είναι η ημερολογιακή αφήγηση της καθημερινής περιπλάνησης ενός ευφυή αντιδραστικού εφήβου στη Μόσχα του 1920, η αρσενική σχολική φιλία, η αμφίθυμη σχέση με την χήρα μητέρα, η σεξουαλική κατίσχυση επί της γυναίκας και το ταπεινωτικό της αντίβαρο, είναι το φλεγόμενο αδιέξοδο μιας ζωής που δεν επενδύει σε καμιά άλλη ζωή, ο βιολογικός εθισμός από την κοκαϊνή αλλά και ο ψυχικός εθισμός από την κοκαΐνη: η κάθε αυτοκαστροφική έξη που άλλοτε καταδύει τον υπαρξιακό πυρήνα του ήρωα στα σκοτάδια της παραίτησης και άλλοτε τον εισάγει στη σφαίρα μιας ανώτερης αντιληπτικής ορατότητας—εκεί που έκσταση γίνεται διαύγεια και η σύλληψη της ψυχικής οντότητας μεταμορφώνεται σε φιλοσοφική εικόνα: ένα εκκρεμές αενάως ταλαντευόμενο ανάμεσα στα διπολικά ελατήρια του καλού και του κακού (όσο πιο βαθιά συμπιέζεται στο ένα άκρο με τόσο μεγαλύτερη ορμή θα εκτοξευτεί στο απέναντι).

Ο συγγραφέας χειρίζεται τον μακροπερίοδο λόγο, τη συμπυκνωμένη περιγραφή που σφύζει από ειρωνικές μεταφορές, την τραχύτητα της λέξης πάνω στη σέλα της ποιητικότητας καλπάζοντας, πολλές φορές, ώς τον απροκάλυπτο κυνισμό συμπερασματικών αλμάτων που υπερβαίνουν όρια εξωτερικευμένης προσωπικής αλήθειας—μεθοριακές γραμμές ορισμένες απ’ το κοινωνικό αίσθημα περί εκφραστικής παραβατικότητας—τόσο της εποχής κατά την οποία γράφτηκε το βιβλίο αυτό όσο, απ’ ό,τι φαίνεται, και της κατοπινής.
Διότι αν η αλήθεια, όπως γράφει ο Bataille, υφίσταται μόνον όταν «σκεφτόμαστε εκείνο που εξωθεί στα άκρα τη δυνατότητα του να σκεφτόμαστε», διότι αν «η κυρίαρχη υπόσταση των πραγμάτων βρίσκεται μονάχα στο ανομολόγητο», τότε οι μυθιστορηματικές σκέψεις του Αγκέεφ—οι λογοτεχνικές καταθέσεις του δικού του «ανομολόγητου»—που καταφέρνουν να μας σοκάρουν στο σήμερα δεν μπορούν παρά να φωτίζουν με την βλοσυρή ανταύγεια της μεγαλοφυΐας του έναν κόσμο που δεν έχει πάψει, ή ίσως έχει εντείνει, την τάση του ν’ αυτολογοκρίνει τα μύχια και να υπερβάλλει τα επιδερμικά, έναν κόσμο που λέει στον εαυτό του ψέματα (κατ’ επέκτασιν: τον κόσμο της ανυπόστατης εξωτερίκευσης).
Επιπλέον, ο αισθητικός πειραματισμός—ανεξαρτήτως υπόθεσης—του Αγκέεφ δείχνει να βρίσκεται το ίδιο μπροστά από την εποχή του: μη-περαιωτική και ακατάληκτη μυθιστορηματική δομή, άρτια χρήση της δοκιμιακής παρέκβασης, απουσία καταλυτικού ιστορικού πλαισίου—το ψυχογράφημα στη διαχρονία του—, μη-δραματοποιημένες συνδέσεις μεταξύ των κεφαλαίων ούτως ώστε οι θεματικές ενότητες να παρατάσσονται σαν συγκοινωνούντα δοχεία αλλά και χωρίς καμιά απ’ αυτές να υποσκελίζει (χαντακώνει, δεσμεύει) τις υπόλοιπες: ένα διαρκώς μετατοπιζόμενο κέντρο βάρους και, ταυτόχρονα, ένα αέρινο πέρασμα της ψυχής-εκκρεμούς απ’ την πρώτη ώς την τελευταία σελίδα—πρόκειται για λογοτεχνία που περισσότερο εγείρει ερωτήσεις παρά καταγράφει απαντήσεις, για ένα συνθετικό επίτευγμα που μας επιτρέπει να μιλήσουμε όχι μόνον περί ιδιαίτερης φωνής της ρωσικής λογοτεχνίας αλλά και για σημαίνοντα κόμβο στην οργανική εξέλιξη του παγκόσμιου μυθιστορήματος.



Αναρωτιέται κανείς, με την ρομαντική θλίψη που προκαλούν οι υποθετικές λοξοδρομήσεις του τετελεσμένου, ποια θα ήταν επίδραση του Αγκέεφ στην Ιστορία της λογοτεχνίας αν μας είχε αφήσει ολόκληρη τη βροχή αντί μιας σταγόνας... Είναι όμως εμφανές (πέρα από τις όποιες υποθέσεις) ότι αυτό το βιβλίο γράφτηκε από κάποιον που πραγματικά αγαπούσε εκείνο που έκανε—κρίμα λοιπόν που δεν συνέχισε να το κάνει ή δεν θέλησε να το μοιραστεί παρότι το έκανε. Ακόμα, ωστόσο, και η σταγόνα του Μυθιστορήματος με Κοκαΐνη δεν μπορεί παρά να επιβεβαιώνει τη ρήση: η λογοτεχνία είναι ή μεγάλη ή τίποτα.

Τετάρτη, 14 Ιανουαρίου 2009

Μια ιστορία με κοκαϊνη

Ρωσία, αρχές του 20ου αιώνα. Ο άγνωστος Αγκέεφ γράφει ένα μικρό διαμαντάκι καταγράφοντας την εσωτερική αδυναμία του ήρωά του, Βαντίμ Μασλένικοφ, να ελέγξει τον κόσμο του και να ενταχθεί σ’ αυτόν. Ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος και η επανάσταση των Μπολσεβίκων περνούν ξυστά αλλά δεν τον αγγίζουν. Αυτός εξακολουθεί να παραδέρνεται, απ’ όποιο ρόλο κι αν έχει – του δυνατού της τάξης, του ερωτευμένου νέου, του χρήστη κοκαΐνης – απ’ το «μίσος» του για την ίδια του τη μητέρα, στην αδυναμία του να δώσει αγάπη, για να παραδοθεί τελικά στον κόσμο της κοκαΐνης.




Ποιο είναι το κεντρικό θέμα του βιβλίου; Η πτώση του στα ναρκωτικά ή η σχέση του με τη μητέρα του τελικά; Και ο τίτλος; Το τέλος; Είναι αυτοβιογραφικό;
Ακούστηκαν πάρα πολλά τη Δευτέρα, στο πολυχώρο του Μεταίχμιου, οι οπτικές της ψυχανάλυσης και της ερμηνείας αυτών ήταν όμως που κυριάρχησαν.
Λογοτεχνικά ενταγμένος στη μεγάλη παράδοση – απ’ όπου σαφώς έχει επηρεαστεί – των ρώσων δημιουργών, με στοιχεία ωστόσο προοδευτικά – στη δομή, στη γλώσσα – ο Αγκέεφ δημιουργεί ένα κείμενο που σίγουρα δημιουργεί πολλά περισσότερα ερωτήματα απ’ αυτά που λύνει. Άριστος γνώστης της εποχής του, με τρομερή αντιληπτική ικανότητα και οξύνοια μοιάζει να δημιουργεί ένα κείμενο γύρω απ’ τον άξονα του ήρωα, ενός ήρωα όμως που η υπόστασή του ορίζεται και διαμορφώνεται απ’ τον περίγυρό του.




Ο Αγκέεφ δεν άφησε κανένα άλλο κείμενο ενώ κι οι πληροφορίες που έχουμε γιαυτόν είναι λιγοστές και αντικρουόμενες (κρίνοντας και απ’ τους προλόγους των δύο διαφορετικών εκδόσεων στην ελληνική γλώσσα!!!) …