Παρασκευή, 13 Μαΐου 2011

"Ληξιπρόθεσμα δάνεια" του Πέτρου Μάρκαρη


Ο «γραπτός» αστυνόμος Χαρίτος δεν έχει σχέση με τον τηλεοπτικό. Αυτό διαπιστώσαμε ομόφωνα στη συνάντησή μας, με αφορμή το τελευταίο βιβλίο του Πέτρου Μάρκαρη, που πρωταγωνιστεί και πάλι ο γνωστός ήρωας. Λείπουν πολλά στοιχεία τα οποία θα μπορούσαν να τον καταστήσουν ζωντανό πρόσωπο, με αποτέλεσμα να μοιάζει τελικά με σχέδιο χαρακτήρα, με πολλά αναληθοφανή σημεία, όπως για παράδειγμα η πλήρης άγνοιά του για το ποδόσφαιρο! Η Μαίρη μας λέει ότι σε συζήτησή της με τον συγγραφέα, της είχε δηλώσει ότι το ζήτημα αυτό δεν τον απασχολεί, γιατί ο Χαρίτος αποτελεί απλά ένα όχημα για να πει την ιστορία του.

Φαίνεται πως η τηλεοπτική μεταφορά των ιστοριών του Χαρίτου γεμίζει τα κενά του βιβλίου, η εικόνα δίνει τις λεπτομέρειες του χώρου, του χρόνου και των καταστάσεων, που στην ανάγνωσή μας εξαντλούνται στο μποτιλιάρισμα της Αθήνας. «Ενώ δίνει πραγματικές λεπτομέρειες της πόλης, π.χ. το πάρκινγκ και η μπρασερί της Κριεζώτου, δεν καταφέρνει να δημιουργήσει την αίσθηση της πόλης», λέει η Μαρία, ενώ ο Γιάννης Π. πιστεύει ότι μένει μία αίσθηση σαν να διαβάζεις σενάριο ή σαν να είχε ο ίδιος ο συγγραφέας στο μυαλό του τη μεταφορά στην τηλεόραση.


Ακόμα μεγαλύτερες ήταν οι ενστάσεις σχετικά με τον παραλληλισμό ντόπινγκ στον αθλητισμό-ντόπινγκ στο χρήμα. Η όλη αίσθηση που μένει είναι ότι παρακολουθούμε μία ιστορία που είτε κρύβει από πίσω ένα οικονομικό σκάνδαλο και πιθανότερο ξέπλυμα μαύρου χρήματος (όπως στον Βασικό Μέτοχο) είτε ο δολοφόνος είναι κάποιος που έχει πληγεί από τις τράπεζες. Τελικά, η σύνδεση που γίνεται στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου, όπου ο εγκέφαλος της επιχείρησης ομολογεί τα κίνητρά του, είναι πολύ χαλαρή και έωλη. Ενώ ο Μάρκαρης ανοίγει ένα θέμα σοβαρό και επίκαιρο, όπως ομολογεί και ο ίδιος ονομάζοντας το βιβλίο του ως το πρώτο της Τριλογίας της Κρίσης, αφήνει εντελώς ανεκμετάλλευτη τη δύναμη του θέματος, που καίει όσο τίποτα αυτές τις μέρες. Το μυθιστόρημα γράφτηκε πολύ πρόσφατα, το καλοκαίρι του 2010, εν μέσω κρίσης και η λέσχη αναρωτήθηκε κατά πόσο μπορεί να γραφτεί ένα έργο που εξετάζει ολοκληρωμένα ένα ζήτημα, όταν βρίσκεται μέσα σε αυτό ή αν είναι απαραίτητη η χρονική και συναισθηματική απόσταση.


Η αίσθηση που έμεινε από την συνάντησή μας ήταν μία μικρή απογοήτευση, καθώς έλειψε και η αναγνωστική απόλαυση … «κάτι έλειπε»!