Τετάρτη, 15 Δεκεμβρίου 2010

"Διαβάζοντας στη Χάννα" του Bernhard Schlink

Δευτέρα 13 Δεκεμβρίου 2010



Είναι σπάνιο ένα βιβλίο να προκαλέσει την ίδια αναγνωστικήή ευχαρίστηση σε όλα μέλη της λέσχης μας και όποτε αυτό συμβαίνει είναι ιδιαίτερα απολαυστικό. Δεν είναι τυχαίο που η συγκεκριμένη συζήτηση της περασμένης Δευτέρας, πάνω στο «διάσημο» βιβλίο του Schlink «Διαβάζοντας στη Χάννα» δεν προχώρησε καθόλου σε πεδία ανάλυσης της γραφής και της τεχνικής του συγγραφέα. Το θέμα και οι χαρακτήρες του βιβλίου ήταν τόσο δυνατά που μονοπώλησαν το ενδιαφέρον και όλοι συμφωνήσαμε ότι πρόκειται για ένα έργο με μεγάλη λογοτεχνική αξία.


Ο Bernhard Schlink, νομικός και καθηγητής συνταγματικού δικαίου, ήταν γνωστός στη Γερμανία ως συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων. Με το «Der Vorleser» (τίτλος αμετάφραστος στα ελληνικά, αφού σημαίνει «αυτός που διαβάζει στον άλλον»-στα αγγλικά μεταφράστηκε ως «The reader») το 1995, η φήμη του ξεπέρασε τα όρια της πατρίδας του, καθώς το έργο μεταφράστηκε σε περισσότερες από 45 γλώσσες, βρέθηκε στην κορυφή των best sellers ακόμα και στους New York Times (το μόνο γερμανικό μυθιστόρημα που έχει βρεθεί ποτέ σε αυτή τη θέση) και σήμερα θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα έργα της γερμανικής λογοτεχνίας και διδάσκεται στα γερμανικά σχολεία.



Στη συζήτησή μας, ο Γιάννης Χ. επισήμανε πρώτος τα σταθερά δίπολα που υπάρχουν στο έργο και αφορούν τη σχέση ανάμεσα στο ατομικό και το συλλογικό: ατομική και συλλογική μνήμη, επίγνωση, ευθύνη. Η φιλολογία γύρω από το βιβλίο μιλάει για αυτή τη σχέση της νεότερης γενιάς Γερμανών με τη γενιά που ανέδειξε τον Ναζισμό και κατά πόσο οι σχέσεις των χαρακτήρων αντικατοπτρίζουν τον θυμό των Γερμανών για τους προγόνους τους. Η Αλεξάνδρα, έχοντας ζήσει χρόνια στη Γερμανία, μας μίλησε για τη γνώση των Γερμανών ότι η ανθρωπότητα δε θα τους συγχωρήσει ποτέ το Ολοκαύτωμα. Η Κατερίνα, παρατήρησε ότι το βιβλίο δε θέλει να τονίσει την ιστορία του Ολοκαυτώματος, αλλά το στοιχείο της ενοχής, άποψη την οποία όλοι μοιραστήκαμε. Όπως δήλωσε και ο ίδιος ο Schlink σε συνέντευξή του[1] η ενοχή είναι κάτι που περνάει από γενιά σε γενιά στη Γερμανία και που πλέον έχει μετατραπεί σε αίσθηση χρέους προς τους απογόνους των θυμάτων. Κάτι που αντικατοπτρίζεται στον χαρακτήρα του Μίχαελ, ο οποίος από τη μία δεν μπορεί να σταματήσει να αγαπάει τη Χάννα κι απ΄ την άλλη αδυνατεί να τη συγχωρήσει.



Τα περισσότερα μέλη της ΠΑΡΑ.Λ.Ι.Α.ς δεν πείστηκαν από τον χαρακτήρα της Χάννα. Η Μαίρη τόνισε ότι ανεξάρτητα με τον αναλφαβητισμό του, δεν είναι λογικό κάποιος να φτάσει να γνωρίσει τις ανθρώπινες αξίες μέσα από τον Όμηρο ή άλλα αναγνώσματα. Η άγνοια δεν απαλλάσσει, άποψη που στηρίζει και ο ίδιος ο συγγραφέας στην ίδια συνέντευξη, μιλώντας για «ηθικό αναλφαβητισμό» που είναι πολύ πιο ολέθριος. Ένας ηθικός αναλφαβητισμός που στην περίπτωση της Γερμανίας οδήγησε σε «συλλογική νάρκωση», όπως αναφέρεται και μέσα στο έργο. Η Χάννα όμως, είναι ένας ανθρώπινος χαρακτήρας, όπως παρατήρησαν η Μαρία και η Μαίρη, με πολλά ελαττώματα και με βασικό χαρακτηριστικό της την ντροπή του αναλφαβητισμού, που ορίζει τα πάντα στη ζωή της. Όταν όμως μαθαίνει να διαβάζει, έρχεται η συναίσθηση της ευθύνης της που είναι ακόμα μεγαλύτερη ντροπή. Γι αυτό τελικά αυτοκτονεί; Από ενοχές; Από αδυναμία επανένταξης; Από καθήκον; Από τον συνδυασμό όλων των παραπάνω; Ο Μίχαελ, προς το τέλος του έργου (σελ 177) παρατηρεί: «ο αναλφαβητισμός είναι ανηλικότητα. Η Χάννα, έχοντας το θάρρος να μάθει ανάγνωση και γραφή, είχε κάνει το βήμα από την ανηλικότητα στην ενηλικίωση, ένα βήμα διαφωτισμού». Η αναγνώριση της ευθύνης της είναι ίσως η δύναμη που έσπρωξε τη Χάννα στην αυτοκτονία, όπως πιστεύει ο Cohen[2].


Τελικά, όπως επισήμανε και ο Γιάννης Π., το κατόρθωμα του συγγραφέα είναι η ψυχραιμία του απέναντι σε αυτό που αφηγείται. ΟSchlink δεν παίρνει θέση, αλλά αφήνει τον αναγνώστη να αποφασίσει. Δίνει όσα χρειάζεται για την ιστορία, ψύχραιμα και κρατώντας απόσταση, χωρίς ωστόσο να καταλήγει ψυχρός, αφού έχει επιλέξει να κάνει τις αναγωγές στο συλλογικό μέσα από το προσωπικό, το ανθρώπινο.

Η συνάντηση της Δευτέρας με αφορμή τη «Χάννα» μας χόρτασε πνευματικά και ήταν η τέλεια αρχή για να χορτάσουμε και με τις λιχουδιές στο παρακείμενο ταβερνείο, μετά τη συζήτησή μας. Ήταν ένα ευτυχές κλείσιμο για αυτή την αναγνωστική μας χρονιά.


Τετάρτη, 3 Νοεμβρίου 2010

"Ο Πέπλος" του Μίλαν Κούντερα

Ο πέπλος

Συγγραφέας Μίλαν Κούντερα

Δευτέρα 1 Νοεμβρίου 2010

Αίθριο των εκδόσεων Μεταίχμιο



Παρόντες Μάρθα, Μαίρη, Γιάννης Π., Δημήτρης, Έφη, Φλωρεντία, Γιάννης Χ. και Μαρία

 


Μαρία. Πρότεινα το συγκεκριμένο βιβλίο γιατί θεωρώ ότι έχω έλλειμμα σε θεωρητικές γνώσεις λογοτεχνίας. Δεν ήθελα να προτείνω όμως ένα αμιγώς ακαδημαϊκό έργο αλλά το θεωρητικό έργο ενός δημιουργού όπου συνυπάρχει και η βιωμένη πρακτική του τεχνίτη. Έτσι το συγκεκριμένο έργο μπορούμε να το δούμε ως την ποιητική του Κούντερα για το μυθιστόρημα όπου επίσης καταρτίζει και τον προσωπικό του κανόνα από τους συγγραφείς που θαυμάζει και είναι κατά κάποιο τρόπο παρόντες στο δικό του έργο. Επίσης νομίζω ότι όταν ένας συγγραφέας μιλάει για κάποιον άλλο ομότεχνό του στην πραγματικότητα  μιλάει για τον εαυτό του.

Μαίρη. Το πρόβλημά μου ήταν ότι δεν μπόρεσα να εντοπίσω  ένα ενιαίο τρόπο σκέψης. Τα κείμενα δεν είχαν συγκροτημένη δόμηση ώστε να μείνουν στο μυαλό του αναγνώστη. Επίσης με ενόχλησε η απολυτότητά του όσον αφορά τα συμπεράσματά του. Όποιος π.χ. γράφει σήμερα μουσική σαν τον Μπετόβεν είναι ηλίθιος.  Ο Μίλαν ο Θεός είπε και ελάλησε.

Μαρία. Αυτό το εντάσσει στο πλαίσιο της ιστορικότητας. Δεν ξέρω από μουσική αλλά στο χώρο της λογοτεχνίας αυτό που λέει νομίζω ότι ισχύει. Δηλαδή αν κάποιος σήμερα γράφει σε μία πεθαμένη φόρμα π.χ. δεκαπεντασύλλαβο, όχι σαν μεικτή τεχνική αλλά εξ ολοκλήρου σε  δεκαπεντασύλλαβο, αυτό είναι αναχρονισμός και εντάξει ο αναχρονισμός δεν με πειράζει, αλλά το κυριότερο νομίζω ότι είναι άγονο.

Μαίρη. Αν ένας σήμερα νομίζει ότι τον εκφράζει καλύτερα να γράψει σε δεκαπεντασύλλαβο γιατί όχι. Μπορεί να βρεθεί κι ένας αναγνώστης που να τον αφορά και να το διαβάσει. Εξ άλλου ο Καζαντζάκης δεν έγραψε την Οδύσσειά του σε δεκαπεντασύλλαβο; Σημασία έχει πως θα διαχειριστεί κάποιος το θέμα του.

Μαρία. Γι αυτό δεν την διαβάζει κανείς την Οδύσσειά του.

Δημήτρης. (Κουντεροχτυπημένος) Θα συμφωνήσω με τη Μαίρη. Σημασία έχει πως χρησιμοποιεί τις  φόρμες του ο κάθε καλλιτέχνης. Έχω διαβάσει όλα τα έργα του Κούντερα και παίζει πράγματι παιχνίδια στον αναγνώστη του, ειρωνεύεται και αυτοαναιρείται.

Μάρθα. Είμαι κάθετη σ’ αυτό. Σήμερα πρέπει να γράφουμε για το σήμερα. Μεταφέρω εμπειρία από το χώρο του θεάτρου. Είδα μια παράσταση για την ζωή του Κην. Κάποιος κάθισε σήμερα έγραψε και μετά έστησε παράσταση για τον Κην. Ποιόν αφορά αυτό;

Όλοι. Ποιος είναι ο Κην;

Μάρθα. Άγγλος ηθοποιός του δέκατου όγδοου αιώνα. Θεωρείται ο θεμελιωτής της υποκριτικής.

Όλοι. Α!   


Μαίρη. Που απευθύνεται ο Κούντερα μ’ αυτό το έργο;

Γιάννης Χ. Στους αναγνώστες των μυθιστορημάτων του. Εμένα μου άρεσε ο πέπλος, κυρίως ως προς τις διαπιστώσεις του, και όχι ως προς το θεωρητικό κομμάτι περί μυθιστορήματος. Έχει εξαιρετικά κομμάτια, όπως όταν σχολιάζει κείμενα που τον εντυπωσίασαν και σε παρασύρει και θέλεις να τα διαβάσεις αν δεν τα ξέρεις, Αυτή τη νουβέλα του  Ιάπωνα Κενζαμπούρο Όε, ας πούμε, έψαξα να βρω αν έχει εκδοθεί στα ελληνικά. 

Μάρθα. Πράγματι. Και το κομμάτι για το θάνατο της Άννας Καρένινα ήταν πολύ καλό.

Γιάννης Χ. Επίσης αυτό που λέει για τον επαρχιωτισμό των μικρών κρατών και τον επαρχιωτισμό των μεγάλων.

Μαρία. Για το καλλιτέχνη που θεωρείται ιδιοκτησία του έθνους του αν προέρχεται από  μικρή χώρα.

Κάποιος (δε θυμάμαι ποιος). Λέει ότι κανείς δεν θα ήξερε τον Κάφκα αν είχε γράψει στα τσέχικα.

Δημήτρης. Ο Κάφκα είχε τρεις επιλογές. Μπορούσε να γράψει στα τσέχικα, στα γίντις ή στα γερμανικά. Επέλεξε  να γράψει στα γερμανικά γιατί ήταν μια γλώσσα με παγκόσμια εμβέλεια κι επιπλέον πίστευε ότι είχε μεγαλύτερες γλωσσικές δυνατότητες σε σχέση με τις άλλες δύο. Άσχετα αν μετά το μετάνοιωσε κι ήθελε να κάψει τα γραπτά του.

Μαρία. Έτσι είναι. Αν η Φόνισσα  του Παπαδιαμάντη είχε γραφτεί στα αγγλικά θα ήταν ένα κείμενο που θα το ήξερε όλος ο κόσμος.

Δημήτρης. Και κάποια διηγήματά του με μοντερνιστικά στοιχεία, πριν τον μοντερνισμό.

Μαίρη. Μπορούσε ο Παπαδιαμάντης να γράψει αγγλικά;

Μαρία. Τι εννοείς;

Μαίρη. Μπορείς να βγάλεις τον Παπαδιαμάντη έξω απ’ το πλαίσιό του; Μπορείς να τον σκεφτείς π.χ. χωρίς την ορθοδοξία του;

Μαρία. Υπόθεση κάνουμε. Μήπως ένας αγγλόφωνος Παπαδιαμάντης;

Κάποιος (πάλι δεν θυμάμαι). Πάντως ο Κούντερα μας λέει ότι δεν είναι απαραίτητη συνθήκη για την κατανόηση ενός κειμένου, να είσαι ομοεθνής του συγγραφέα του και να γνωρίζεις τη γλώσσα στην οποία γράφτηκε. Έτσι λέει, κανείς Γάλλος δεν κατανόησε καλύτερα τον Ραμπελαί απ΄ ότι ένας Ρώσος ο Μπαχτίν, τον Ντοστογιέφσκι ένας Γάλλος ο Ζίντ, τον Τζόυς ένας Αυστριακός ο Μπρόχ, τον Ίψεν ένας Ιρλανδός ο Μπέρναντ Σω, τους Βορειοαμερικάνους, Φώκνερ, Ντος Πάσσος, Χεμιγουαίη, οι Γάλλοι συνάδελφοί τους κ.λπ.

Φλωρεντία (λίγο αργοπορημένη, ας όψονται τα τούρκικα!). Δεν το τελείωσα το βιβλίο. Βαρέθηκα. Λέει πράγματα που γνωρίζουμε, με ακαδημαϊκό τρόπο.

Δημήτρης. Η ουσία του βιβλίου βρίσκεται στο σημείο που λέει για τον Θερβάντες και τον Δον Κιχότη. (διαβάζει) « Μπροστά από τον κόσμο έπεφτε ένας μαγικός πέπλος υφασμένος από θρύλους. Ο Θερβάντες έστειλε ταξίδι τον Δον Κιχότη, και έσκισε τον πέπλο. Ο κόσμος ξανοίχτηκε μπροστά στον περιπλανώμενο ιππότη σ’ όλη την κωμική γύμνια της πρόζας του».

Μαρία. Δεν έχω διαβάσει τον Δον Κιχότη. Μόνο μια διασκευή για παιδιά όταν ήμουν μικρή. Μήπως ήταν κλασσικά εικονογραφημένα;

Μάρθα. Ούτε εγώ τον έχω διαβάσει.

Δημήτρης. Το κωμικό, ο Κούντερα εκτιμά ιδιαίτερα την κωμική ματιά στα πράγματα. Γι’ αυτό δεν πολυσυμπαθεί τον Ντοστογιέφσκι, τον θεωρεί πολύ δραματικό. Επίσης το θαυμαστό στον Κούντερα είναι ότι μετά την φυγή του από την Τσεχοσλοβακία και την εγκατάστασή του στην Γαλλία άρχισε να γράφει γαλλικά. Πολύ ζόρικο πράγμα να γράψεις σε άλλη γλώσσα εκτός της μητρικής σου. Γιατί η γλώσσα είναι η σκέψη σου, είσαι εσύ.

Γιάννης Χ. Ξέρουμε για ποιο λόγο έγραψε στα γαλλικά; Μήπως επειδή είναι μία μεγάλη γλώσσα;

Εξ όσων θυμάμαι μάλλον δεν υπήρξε απάντηση στο ερώτημα. Κάποιος έριξε στο τραπέζι τον Ροθ και τις ομοιότητές του με τον Κούντερα, ότι είναι και οι δύο κυνικοί...δεν έχουν συμπόνια για τον άνθρωπο. Από κει και πέρα η συζήτηση πήρε και άλλες προεκτάσεις, η Φλωρεντία έκανε ένα συνειρμό για αυτιστικά παιδιά όπου της απάντησε ο Δημήτρης, ενώ ειπώθηκαν και άλλα πολλά που δεν θυμάμαι…

 

Τετάρτη, 6 Οκτωβρίου 2010

«Κάτι θα γίνει, θα δεις» Χρήστος Οικονόμου, εκδ. Πόλις


Στη λέσχη του Οκτωβρίου διαβάσαμε τη συλλογή διηγημάτων του Χρήστου Οικονόμου, και είχαμε μάλλον από τις πιο ενδιαφέρουσες συζητήσεις στη λέσχη. Τα υπέρ πολλά, τα κατά ακόμα περισσότερα. 

 

 

Αναμφισβήτητα το γεγονός ότι ο συγγραφέας καταπιάστηκε με ένα θέμα σημερινό, σύγχρονο, αποτελεί μεγάλο ατού. Μιλάει για το σήμερα με όρους σημερινούς. Μιλάει για συγκεκριμένη κατηγορία ανθρώπων, «ένα είδος νεόπτωχων» θα λέγαμε, οι οποίοι βιώνουν την πτώση από μία κατάσταση σε μία άλλη. Όλοι έχουν κάτι (μια αγάπη, ένα σπίτι, μια δουλειά) το οποίο χάνουν ή πρόκειται να χάσουν.  Η συνειδητοποίηση, πολλές φορές, ότι το χάνουν είναι πιο ισχυρή από την ίδια την απώλεια. Γύρω από αυτή την "αλλαγή" κινούνται οι ήρωες και πλέκονται οι ιστορίες.

 

Όλες, σχεδόν, οι ιστορίες εντάσσονται σε ένα πλαίσιο, αυτό των "μακρινών" δυτικών προαστίων του Πειραιά. Για τους περισσότερους από εμάς το πλαίσιο ήταν κακοφτιαγμένο, (Κοκκινιά Κερατσίνι Αμφιάλη οδηγάω με… Πέτρου Ράλλη Λαοδικείας Σαλαμίνος φουλαριστός… (σελ. 22)), και άτεχνα δοσμένο. Η υποβολή, δηλαδή του πλαισίου, γινόταν με την αναφορά δρόμων, μαγαζιών, και άλλων χαρακτηριστικών μερών, χωρίς συνεκτικότητα και ουσιαστικά χωρίς να προσθέτουν τίποτα στις ιστορίες. Όλοι, συμφωνήσαμε ότι αυτές οι ιστορίες θα μπορούσαν να διαδραματίζονται σε οποιαδήποτε περιοχή της Αθήνας. Τα τεχνητά αυτά μέσα δεν λειτούργησαν έτσι όπως είχε σκεφτεί μάλλον ο συγγραφέας. Επιπλέον, για να γίνει πιο υποβλητική η ατμόσφαιρα, να δοθεί η μαυρίλα και η σκοτεινιά, αν όχι σε όλα, στα περισσότερα, επιστρατευόταν η βροχή.

 

Κάποιοι από εμάς, θεώρησαν ότι δεν υπήρχε η αντίθεση για να αναδειχτούν οι ιστορίες, και πως «το μαύρο πάνω σε μαύρο δεν λειτουργεί».

 

Στους περισσότερους άρεσαν οι ιστορίες εκτός πλαισίου, ή εκτός ενός πολύ συγκεκριμένου πλαισίου, που δεν οριζόταν από ονομασίες δρόμων. Από τις ιστορίες με σαφές πλαίσιο, η καλύτερα δοσμένη ήταν ο «Μάο», το μεγαλύτερο από όλα τα διηγήματα, στο οποίο ο συγγραφέας έφτιαξε ένα πολύ καλό σκηνικό, μια γειτονιά, και τον πιο ολοκληρωμένο χαρακτήρα  (αν και στο τέλος … τον ξέχασε και αυτόν). 

 

Στα ουσιαστικά μας προβλήματα είναι η έλλειψη χαρακτήρων. Θεωρήσαμε ότι όλοι οι χαρακτήρες μοιάζουν, και επιπρόσθετα οι πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις αναμειγνύονταν με τις τριτοπρόσωπες, και από τη μία ιστορία στην άλλη δεν ήταν σαφής η διάκριση του αφηγητή από τον πρωταγωνιστή της ιστορίας ή της προηγούμενης ιστορίας κ.λπ.  

 

Οι ιδέες του Οικονόμου, είναι στη βάση τους καλές, αναδεικνύουν οξυδέρκεια και αντιληπτικότητα, αν και δεν έλειψαν οι απόψεις ότι «το βιβλίο αντανακλά τη δημοσιογραφική κάλυψη του όλου θέματος» (ο Οικονόμου είναι δημοσιογράφος)  «είναι ξεκομμένο από την πραγματικότητα» ή «είναι κακό μελό».

Ωστόσο, όλοι συμφωνήσαμε ότι χρειαζόταν καλύτερη και πιο αυστηρή επιμέλεια, σε θέματα όπως η επανάληψη (για παράδειγμα στην πρώτη ιστορία με το μαρούλι), ή στη χρήση των κοφτών και μικρών προτάσεων που δεν οδηγούσαν πουθενά, και έμεναν μετέωρες ανάμεσα στην κορύφωση και τη συγκίνηση.

 

 

Όλοι συμφωνήσαμε όμως ότι ήταν μια καλή επιλογή για τη λέσχη, η συζήτηση ήταν εποικοδομητική, ζωηρή, έντονη, και αυτό μας είχε λείψει…

Τετάρτη, 15 Σεπτεμβρίου 2010

Φλάνερυ Ο' Κόνορ - Σπάνιο να σου τύχει καλός άνθρωπος

Γεννημένη στις 25 Μαρτίου 1925 η Μαίρη Φλάνερυ Ο΄Κόνορ πέθανε στην Τζώρτζια από λύκο (μία χρόνια πάθηση του ανοσοποιητικού συστήματος) στις 3 Αυγούστου 1964. Ήταν μοναχοπαίδι. Ο πατέρας της είχε επίσης πεθάνει από λύκο το 1937. Η Ο΄Κόνορ ήξερε ότι ο λύκος αποτελεί κληρονομική ασθένεια. Στα 6 της έμαθε σ΄ένα κοτόπουλο να περπατάει ανάποδα. Την έδειξαν στα επίκαιρα και στις εφημερίδες. Ήταν η πρώτη της σχέση με τη διασημότητα. Όπως έλεγε η ίδια, καμία άλλη εμπειρία στην υπόλοιπη ζωή της δεν ήταν τόσο συναρπαστική. Δεν παντρεύτηκε ποτέ και ήταν Ρωμαιοκαθολική.

Η Ο΄Κόνορ θεωρείται ως μία από τις πιο σημαντικές φωνές στην Αμερικάνικη Λογοτεχνία. Έγραψε 2 μυθιστορήματα, 32 διηγήματα, δοκίμια και κριτικές. Το 1955 εκδώθηκε το «Σπάνιο να σου τύχει καλός άνθρωπος», η συλλογή διηγημάτων της που διάβασε η Λέσχη μας. Ήταν συγγραφέας του Αμερικάνικου Νότου. Οι ιστορίες της είναι γεμάτες με χιούμορ, ειρωνία. Την απασχολούσε η κωμική πλευρά του σύμπαντος. Επίσης την απασχολούσαν οι μεταμορφώσεις, ειδικά αυτές που αποτελούσαν αποτέλεσμα της δράσης της θείας χάριτος. Είχε απόλυτη πίστη στον Θεό και την ενεργή συμμετοχή Του στην ανθρώπινη ζωή (όχι μόνο στη ζωή των πιστών).

Τρία θεωρούνται πως είναι τα πιο βασικά στοιχεία της δουλειάς της Ο΄Κόνορ, τα οποία μπορούν να λειτουργήσουν και ως «κλειδιά» στην ανάγνωση του έργου της: η ρωμαιοκαθολική της πίστη, το γκροτέσκο και η βία. Αυτά χρησιμοποιήσαμε ως πλοηγούς στην ανάγνωσή μας στη Λέσχη.

Το γεγονός ότι η Ο΄Κόνορ έγραφε ως πιστή ρωμαιοκαθολική εξέπληξε πολλά από τα μέλη της Λέσχης, μιας και οι πάστορες και οι χριστιανοί στις ιστορίες της είναι από υποκριτές εώς εγκληματίες, ενώ η Ο΄Κόνορ μοιάζει να τους διακωμωδεί ή και να τους καταδικάζει ακόμα και σε βίαιο θάνατο. Η θεματολογία της είναι γύρω από την πίστη, το Θεό, τη δικαιοσύνη, την αγάπη, αλλά όχι με τον διδακτικό, περιορισμένο, φοβικό, τρόπο που ίσως θα περίμενε κανείς από μία «χριστιανή συγγραφέα».

Σχετικά με το γκροτέσκο των χαρακτήρων της, η Λέσχη μάλλον συμφώνησε με την ίδια την Ο΄Κόνορ, η οποία έλεγε πάνω στο θέμα αυτό: «Οτιδήποτε προέρχεται από τον Νότο θα θεωρηθεί γκροτέσκο από τον Βόρειο αναγνώστη, εκτός κι αν είναι πραγματικά γκροτέσκο, οπότε θα θεωρηθεί ρεαλιστικό.» Που σημαίνει ότι η Λέσχη σε καμία περίπτωση δεν θα κατέτασε την Ο΄Κόνορ τους συγγραφείς του «Southern Gothic», όπως κάνουν πολλοί αναγνώστες και μελετητές της. Για εμάς, η ματιά της Ο΄Κόνορ είναι απλώς αληθινή, σχεδόν λες και κάνει ρεπορτάζ για τα όσα βλέπει να συμβαίνουν γύρω της.

Έντονη ήταν η συζήτησή μας σχετικά με τη βία στις ιστορίες της Ο΄Κόνορ. Η ίδια έλεγε ότι «Η θεία χάρη μας αλλάζει. Κάθε αλλαγή είναι επίπονη.» Ωστόσο, πολλοί αναγνώστες της Λέσχης θεώρησαν ως σκληρότητα και έλλειψη αίσθησης του δικαίου της συγγραφέως το γεγονός ότι επιλέγει να «σκοτώσει» παιδιά, μετανάστες, μία μουγγή κοπέλα, μία κουτσή διανοούμενη. Ακούστηκαν διάφορες απόψεις περί ελευθερίας επιλογής του ανθρώπου, χωρίς να καταλήξουμε σε μία κοινώς αποδεκτή εξήγηση των συγγραφικών επιλογών της Ο΄Κόνορ.

Το «Σπάνιο να σου τύχει καλός άνθρωπος» μας άρεσε. Συμφωνήσαμε πως πρόκειται για ένα βιβλίο καθαρής λογοτεχνίας. Η Ο΄Κόνορ γράφει ιστορίες ανθρώπων, ακολουθώντας την παλιά, κλασσική έννοια της αφήγησης. Εκείνο που την χωρίζει από την κλασσική λογοτεχνία του 19ου αιώνα είναι το ίδιο που αργότερα θα έκανε ο Καπότε στον «Εν Ψυχρώ»: να δείξει ανθρώπινες ιστορίες, χωρίς να πάρει θέση, χωρίς να πει «αυτό είναι καλό κι εκείνο είναι κακό». Σπάνιο να σου τύχει τόση ενδιαφέρουσα συγγραφέας.

Κυριακή, 4 Ιουλίου 2010

"Τα ονόματα" του Ντον ΝτεΛίλλο

Στην τελευταία λέσχη διαβάσαμε και σχολιάσαμε «Τα ονόματα» του Ντον Ντελίλλο. Τώρα το διαβάσαμε είναι λιγάκι υπερβολικό διότι από τα παρόντα μέλη της λέσχης μόνο η γράφουσα που φέρει και την ευθύνη της επιλογής του παραπάνω βιβλίου ολοκλήρωσε την ανάγνωσή του. Τα υπόλοιπα μέλη το άφησαν στη μέση...


Πρώτα λίγα λόγια για τον συγγραφέα. Ο Ντον ΝτεΛίλλο γεννήθηκε το 1936 στο Μπρονξ της Νέας Υόρκης από γονείς ιταλικής καταγωγής. Έκανε σπουδές επικοινωνίας και δούλεψε για λίγο στη διαφήμιση. Έζησε στην Αθήνα από το 1979 έως το 1982. Μετά επέστρεψε στη Νέα Υόρκη όπου ζει μέχρι σήμερα. Έχει γράψει μυθιστορήματα και θεατρικά έργα και έχει τιμηθεί με διάφορα βραβεία.


Ο ήρωας στα ονόματα είναι ένας αμερικανός που ζει στην Αθήνα και δουλεύει ως «αναλυτής κινδύνου» που όπως εξηγεί ο ίδιος: «Είναι ένας σωρός από οργανωμένες εικασίες. Εξασφάλιση από πολιτικό κίνδυνο. Εταιρείες που δεν θέλουν να βρεθούν αντιμέτωπες με κάποιο κίνδυνο». Στο τέλος του βιβλίου μαθαίνουμε ότι οι πληροφορίες και οι εικασίες διοχετεύονταν στην CIA. Η αφήγηση παρακολουθεί τον ήρωα, τις επαφές του με τους ομοεθνείς του που ζουν κι αυτοί στην Αθήνα και έχοντάς την ως ορμητήριο ταξιδεύουν σε Τουρκία, Κύπρο, Αφρική και Μέση Ανατολή. Επίσης τη σχέση του με την πρώην γυναίκα του που εργάζεται σε μια αρχαιολογική ανασκαφή σε κάποιο νησί του Αιγαίου, και την σχέση του με τον εννιάχρονο γιο του. Στην ιστορία εμπλέκεται και μια αίρεση τα μέλη της οποίας δρουν στον ευρύτερο χώρο της Ανατολής και δολοφονούν ανθρώπους των οποίων το όνομα έχει το ίδιο αρχικό γράμμα με το όνομα του χωριού ή της πόλης που ζουν. Η έρευνα για την αίρεση θα οδηγήσει τον ήρωα από ένα νησί του Αιγαίου, στη Μάνη, στην Ιορδανία, στην Ιερουσαλήμ και στην Ινδία. Η αφήγηση κλείνει με την δολοφονική απόπειρα εναντίον ενός αμερικανού στην Αθήνα από κάποια οργάνωση τύπου 17η Νοέμβρη.


Ο αφηγητής είναι ακριβοδίκαιος, δεν παίρνει θέση ούτε κλίνει σε κάποια πλευρά. Αφηγείται την ιστορία χωρίς συναισθηματικές εμπλοκές. Αυτό είναι ένα στοιχείο που χρεώνει η κριτική στον ΝτεΛίλλο αλλά και οι περισσότεροι από τους συναναγνώστες της λέσχης. Ότι το στεγνό ύφος του συγγραφέα τους εμπόδισε να τελειώσουν την ανάγνωση του βιβλίου. 


O ίδιος ο ΝτεΛίλλο σε μία από τις σπάνιες συνεντεύξεις του λέει ότι συνεχίζει την παράδοση του κοινωνικού μυθιστορήματος. Για την γράφουσα είναι ένας σπουδαίος συγγραφέας που προσπαθεί να ερμηνεύσει και να αποκωδικοποιήσει το σήμερα. 

Τρίτη, 13 Απριλίου 2010

Βίντοσαβ Στεβάνοβιτς "Διαθήκη"


Ο Βίντοσαβ Στεβάνοβιτς γεννήθηκε το 1942 στο Κραγκούγιεβατς και ζούσε για τριάντα χρόνια στο Βελιγράδι. Μετά το 1991 αυτοεξορίστηκε από τη χώρα του, πρώτα στην Ελλάδα, στη συνέχεια στο Παρίσι. Από το 1995 ζει στη Σερβία.



Από τα πιο γνωστά του βιβλία είναι η «Διαθήκη» που διαβάσαμε στη λέσχη ανάγνωσης, ένα «μυθιστόρημα σε 52 ολονυκτίες», όπως χαρακτηρίζεται, όπου οι ήρωες σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση πάντα, αποκαλύπτουν και αποκαλύπτονται μέσα από την εμπειρία του πολέμου. Όλα και όλοι στρέφονται γύρω από τον πόλεμο, χωρίς να (τους) ενδιαφέρει αν υπάρχει κάτι πίσω ή πέρα από αυτόν. Η ανθρώπινη φύση αναδεικνύεται σε όλο το εύρος της γιατί το μοναδικό της δημιούργημα είναι ο πόλεμος, ο οποίος καταφέρνει να αναδείξει το καντάντημα των ανθρώπων και να τονίσει όλα τα αρνητικά χαρακτηριστικά τους. Οι άνθρωποι χάνουν όλα όσα χαρακτηρίζουν το ανθρώπινο γένος και επαναφέρουν συνεχώς και εν πλήρει συνειδήσει το κακό. Το κακό είναι η μόνο επιλογή, φαίνεται να λέει ο Στεβάνοβιτς, ένα κακό που τους λύνει τα χέρια: είναι μονόδρομος.



Η οπτική αυτή του «μαύρου» είναι επιλογή του Στεβάνοβιτς που επιμένει και την υπηρετεί καλά, αποκόπτωνας απ’ τα λόγια του Ηράκλειτου «πόλεμος πατήρ πάντων» την έννοια της δημιουργίας που ενυπάρχει στον αρχαίο φιλόσοφο. «Αν δεν ξέσπαγε κάποιος πόλεμος θα σφαζόμαστε μεταξύ μας» (σελ. 128), λέει για να συνεχίσει «Εκείνος που μου έβγαλε την καρδιά, έκανε πολύ καλά. Δεν ακούω τίποτα στο στήθος μου» (σελ. 40) και «Έχασα το τουφέκι και το μαχαίρι, δεν έχω τίποτα πια, δεν περπατάω, δεν αναπνέω. Αντί για κεφάλι, έχω μίσος»(σελ.191) και να καταλήξει «Μας έκαναν και πολλά άλλα, όσα μπορούσαν να περάσουν απ’ το νου τους. Βαριόμαστε ακόμα και να σας τα περιγράψουμε» (σελ. 212).



Ο Στεβάνοβιτς δεν αφήνει ανοιχτά παράθυρα, δεν βλέπει πουθενά μια αχτίδα φωτός. Ακόμα και η χρήση του ονόματος Λαζάρου ως σύμβολο, οι ήρωές του φέρουν όλοι το ίδιο αυτό όνομα, μόνο σαν ένα ειρωνικό σχόλιο για την μετά πόλεμο εποχή μπορεί να εκληφθεί. Ο Λάζαρος μετά την ανάστασή του θα είναι ένας νεκροζώντανος, δεν θα χαμογελάσει ποτέ ξανά.



Ο Έριχ Μαρία Ρεμάρκ στην αρχή του βιβλίου «Ουδέν νεώτερον από το δυτικό μέτωπο» λέει για το βιβλίο του ότι «δεν είναι ούτε κατηγορητήριο ούτε εξομολόγηση και ακόμα λιγότερο μια περιπέτεια, γιατί ο θάνατος δεν είναι περιπέτεια για αυτούς που τον αντιμετωπίζουν. Θα προσπαθήσει, απλούστατα, να μιλήσει για μια γενιά ανθρώπων που, κι αν ακόμα ξέφυγαν από τις οβίδες τους, καταστράφηκαν από τον πόλεμο» για να πει προς το τέλος του βιβλίου «Τι θα συμβεί άραγε ύστερα; Και τι θα απογίνουμε εμείς». Ο Στεβάνοβιτς ξέρει ότι δεν θα υπάρξει μετά. Γιατί δεν υπάρχει τέλος.



Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί την ιστορία, τις παραδόσεις και τους μύθους της χώρας του μέσα σε μια συμβολική και ποιητική γλώσσα που αναδεικνύεται από τη μετάφραση της Γκάγκα Ρόσιτς. Ωστόσο η έλλειψη ενός άξονα που ενδεχομένως θα έκανε πιο συμπαγές το σύμπαν που φτιάχνει ο συγγραφέας, οι πολλές ίδιες οπτικές γωνίες των διαφόρων ηρώων που δεν μπόρεσαν να αποφύγουν τους σκοπέλους της επαναληπτικότητας ήταν στοιχεία που αποθάρρυναν στο να ολοκληρώσουν ή να ευχαριστηθούν την ανάγνωση πολλά μέλη της λέσχης μας.

Τρίτη, 9 Φεβρουαρίου 2010

"Θέλετε να χορέψομε Μαρία;"



Θέλετε να χορέψομε Μαρία;, ρωτά η Μέλπω Αξιώτη κι εμείς, οι ΠΑΡΑΛΙΑκοί τύποι, αποφασίσαμε να απαντήσουμε πως ναι, θέλουμε.

«Εγώ μεγάλωσα μέσα σε μια σακούλα χαρτοπόλεμο. Προσπαθούσα να ξεχωρίσω μέσα σ’ εκείνο το πλήθος τα χρώματα , το ιδιαίτερο , που δε θα εξαφανιζόταν με τη γοργή στροφή , να μπερδευτεί με τα άλλα χρώματα»

Περάσαμε χώρια έναν μήνα διαβάζοντας αυτή την κούτσικη νουβέλα. Και έπειτα βρεθήκαμε μαζί να ψάχνουμε να δούμε ποιοι είναι η Μαρία, η Μάρθα, ο Γιάννης, οι μύθοι, η φύση, η πόλη, η παιδική ζωή μας.

Τί θέλει να πει η Αξιώτη μάλλον αποτύχαμε να εντοπίσουμε. Ή πάντως δε μπορέσαμε να δώσουμε κοινώς αποδεκτή απάντηση. Το κείμενο αυτό μοιάζει σαν να γράφτηκε σε μία γλώσσα ξένη, ακατάλυπτη, γεμάτη σιωπές, γλώσσα που γλιστράει από τρόμο μήπως και κάποιος ήρωας τολμήσει να πει το ανείπωτο. Ο πυρετός θα ήτανε αβάσταχτος. Η Αξιώτη –μέγιστη ποιήτρια- προτιμά να αφήσει τον αναγνώστη να νιώσει τα νοήματα. Πού σημαίνει τί; Ότι νοήματα δεν υπάρχουν; Ότι δεν υπάρχει ΤΟ νόημα; Ότι υπάρχει νόημα διαφορετικό για κάθε αναγνώστη;

Η συζήτηση ανάμεσα στα μέλη της Λέσχης μας αποκάλυψε ότι η ομορφιά του λόγου της Αξιώτη μας είχε όλους ζαλίσει (με όλες τις ερμηνείες του όρου). Θαυμάσαμε τη μοντερνίστρια, αριστερή, γυναίκα, συγγραφέα. Θαυμάσαμε το πόσο καινούριο είναι ακόμα το κείμενό της. Πόσο φρέσκο μας μοιάζει. Ασκήσαμε κριτική στην
υπονόμευση από τη συγγραφέα αυτού που λέμε «πλοκή», ειδικά υπό το πρίσμα του σημερινού, χορτασμένου από μοντερνισμό και μεταμοντερνισμό αναγνώστη. Και ευχαριστήσαμε την κυρία Μέλπω για την συγκίνηση που μας είχε δωρίσει.