Πέμπτη, 8 Σεπτεμβρίου 2011

Άγκαθα Κρίστυ, Δέκα μικροί νέγροι


Το πρώτο μας ραντεβού μετά τις διακοπές του καλοκαιριού ήταν με την «βασίλισσα» της αστυνομικής λογοτεχνίας (ή φιλολογίας όπως επιλέγουν να την ονομάζουν οι εκδόσεις Λυχνάρι), Άγκαθα Κρίστυ.


Είχαμε επιλέξει να ξεκινήσουμε με τους Δέκα μικρούς νέγρους¸ το μεγαλύτερο best seller της και ένα από τα μεγαλύτερα best sellers όλων των εποχών. Επίσης, πρόκειται για ένα έργο της στο οποίο δεν πρωταγωνιστούν κανένας από τους δύο δαιμόνιους ήρωές της, ο Πουαρό και η Μις Μαρπλ! Ένα έργο που έχει μεταφερθεί πολλάκις στον κινηματογράφο και του οποίου τη διασκευή για το θέατρο έκανε η ίδια η Κρίστυ.



Πολλά μπορούμε να πούμε για την έντονη ζωή της Άγκαθα Κρίστυ. Πάντως, άρχισε να γράφει μετά από τις έντονες παραινέσεις της προϊσταμένης της στον Ερυθρό Σταυρό, όπου δούλευε ως εθελόντρια κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Γι αυτό λοιπόν το μυθιστόρημα (The mysterious affair at Styles, 1917), βραβεύτηκε από την εφημερίδα των Φαρμακοποιών, για την αριστουργηματική περιγραφή του θανάτου από δηλητήριο. Η Κρίστυ ήταν ένας ιδιαίτερα δυναμικός άνθρωπος και είναι πολλά τα ενδιαφέροντα συμβάντα στη ζωή της. Το 1924 δε δίστασε να εγκαταλείψει τον εκδότη της, λόγω διαφωνιών. Το 1926, όταν την εγκατέλειψε ο σύζυγός της, εξαφανίστηκε και κινητοποιήθηκε ακόμα και η Scotland Yard για την εύρεσή της (εντοπίστηκε σε ένα σπα). Δε δίστασε ακόμα και να εγκαταλείψει τη συγγραφική της δραστηριότητα, όταν η κόρη της τη χρειάστηκε κοντά της μετά τη χηρεία της. Φυσικά όλοι γνωρίζουν ότι ταξίδευε σε όλο τον κόσμο και ιδιαίτερα στη Μέση Ανατολή με τον δεύτερο σύζυγό της που ήταν αρχαιολόγος. Λίγοι γνωρίζουν όμως, ότι έγραφε με ψευδώνυμο αισθηματικά μυθιστορήματα και ότι ήταν δεινή σέρφερ!



Aυτή η δραστήρια γυναίκα που η προσωπικότητά της συγκεντρώνει τον θαυμασμό μας, έγραψε το 1939 τους Δέκα μικρούς νέγρους, ή αλλιώς And then there were none (όπως πρωτοεκδόθηκε) ή Ten little Indians (όπως το ονόμασαν αργότερα) για λόγους «πολιτικής ορθότητας». Ως βασικό μοτίβο η ΠΑΡΑ.Λ.Ι.Α, εντόπισε τον εγκλεισμό, την εκδίκηση και τη δικαιοσύνη. Μοτίβα που συναντάμε βέβαια και σε άλλα της μυθιστορήματα, όπως το Έγκλημα στο Όριεντ Εξπρές ή το Ένα άλλοθι για τρία εγκλήματα. Στους Δέκα μικρούς νέγρους οι ήρωες βρίσκονται παγιδευμένοι σε ένα νησί, ενώ ένα εξωτερικό καθεστώς τους επιβάλλεται δια της βίας. Όλοι συμφωνήσαμε ότι το τέλος πάσχει σε αληθοφάνεια, όπως και άλλα μυθιστορήματα της συγγραφέως. Επίσης, ότι οι χαρακτήρες έχουν μεγάλες διαφορές όσον αφορά το πώς βιώνουν τις συνέπειες των εγκλημάτων τους, με τη μεγαλύτερη σκληρότητα να χαρακτηρίζει την δίδα Μπρεντ. Ο Γιάννης Π. σημειώνει ότι η Κρίστυ περισσότερο χρησιμοποιεί, παρά φτιάχνει χαρακτήρες, έχει ορισμένους τύπους που επαναφέρει σε κάθε μυθιστόρημα. Οι χαρακτήρες είναι δευτερεύοντες και εξυπηρετούν την πλοκή. Βασικό ερώτημα είναι πάντα το «ποιος είναι ο δολοφόνος» και γύρω από αυτόν χτίζονται όλα τα υπόλοιπα.



Κάπως έτσι αρχίσαμε να συζητάμε τελικά γιατί διαβάζουμε. Γιατί παίρνουμε πράγματα για τον εαυτό μας που αλλιώς δεν μπορούμε να τα προσεγγίσουμε; Για να «συναντηθούμε με το μεγαλείο» όπως λέει ο Μπλουμ; Για να μας ξεκαθαρίσουν πράγματα που έχουμε στο μυαλό μας; Διαβάζοντας, δομείς και ταυτόχρονα αποδομείς το εγώ σου, σημειώνει η Φλωρεντία, μέσα από γνωστά και άγνωστα πράγματα τα οποία διαβάζεις. Μήπως διαβάζουμε για τους ίδιους λόγους που γράφουμε κιόλας; Και τελικά πόση αναγνωστική απόλαυση μας έδωσε το βιβλίο; «Εφόσον είναι ένα βιβλίο που ευχαριστηθήκαμε όλοι κάποιες μέρες του καλοκαιριού, αυτό δίνει την απάντηση», συνόψισε ο Γιάννης Π. Και αυτές τις μέρες του καλοκαιριού, που περάσαμε ξαπλωμένοι σε κάποια ΠΑΡΑ.Λ.Ι.Α. αναπολήσαμε στη συνέχεια, με συνοδεία μπύρας και άλλων οινοπνευματωδών!




Τετάρτη, 8 Ιουνίου 2011

«Βρέχει Φως» του Κωστή Γκιμοσούλη


Στην τελευταία λέσχη της χρονιάς διαβάσαμε το «Βρέχει Φως» του Κωστή Γκιμοσούλη, προσπαθώντας να ανιχνεύσουμε τα στοιχεία που μας άρεσαν και να τα διαχωρίσουμε από αυτά που μας ενόχλησαν. Σε γενικές γραμμές δεν μας άρεσε το βιβλίο. Ακόμα και σε αυτούς που το είχαν πρωτοδιαβάσει όταν είχε εκδοθεί – και το είχαν λατρέψει – σήμερα φαίνεται κακογραμμένο, με πολλά εσωτερικά ζητήματα δομής, πλοκής, εξέλιξης της ιστορίας.

Ενδιαφέρον μπορεί να βρει κάποιος που αρέσκεται να διαβάζει βιογραφίες ή μυθιστορηματικές βιογραφίες. Επιπλέον, για τους περισσότερους ο χαρακτήρας της Πολυδούρη δεν αποκτούσε υπόσταση, ενώ όλοι συμφώνησαν ότι τα καλύτερα κομμάτια ήταν αυτά που αφορούσαν στην αυτοκτονία του Καρυωτάκη.



Με το «Βρέχει Φως» έκλεισε μια μέτρια χρονιά για τη λέσχη, χωρίς να παραβλέπουμε ότι συχνά και τα κακά βιβλία προσφέρουν πολύτιμα σημεία για συζήτηση…

Παρασκευή, 13 Μαΐου 2011

"Ληξιπρόθεσμα δάνεια" του Πέτρου Μάρκαρη


Ο «γραπτός» αστυνόμος Χαρίτος δεν έχει σχέση με τον τηλεοπτικό. Αυτό διαπιστώσαμε ομόφωνα στη συνάντησή μας, με αφορμή το τελευταίο βιβλίο του Πέτρου Μάρκαρη, που πρωταγωνιστεί και πάλι ο γνωστός ήρωας. Λείπουν πολλά στοιχεία τα οποία θα μπορούσαν να τον καταστήσουν ζωντανό πρόσωπο, με αποτέλεσμα να μοιάζει τελικά με σχέδιο χαρακτήρα, με πολλά αναληθοφανή σημεία, όπως για παράδειγμα η πλήρης άγνοιά του για το ποδόσφαιρο! Η Μαίρη μας λέει ότι σε συζήτησή της με τον συγγραφέα, της είχε δηλώσει ότι το ζήτημα αυτό δεν τον απασχολεί, γιατί ο Χαρίτος αποτελεί απλά ένα όχημα για να πει την ιστορία του.

Φαίνεται πως η τηλεοπτική μεταφορά των ιστοριών του Χαρίτου γεμίζει τα κενά του βιβλίου, η εικόνα δίνει τις λεπτομέρειες του χώρου, του χρόνου και των καταστάσεων, που στην ανάγνωσή μας εξαντλούνται στο μποτιλιάρισμα της Αθήνας. «Ενώ δίνει πραγματικές λεπτομέρειες της πόλης, π.χ. το πάρκινγκ και η μπρασερί της Κριεζώτου, δεν καταφέρνει να δημιουργήσει την αίσθηση της πόλης», λέει η Μαρία, ενώ ο Γιάννης Π. πιστεύει ότι μένει μία αίσθηση σαν να διαβάζεις σενάριο ή σαν να είχε ο ίδιος ο συγγραφέας στο μυαλό του τη μεταφορά στην τηλεόραση.


Ακόμα μεγαλύτερες ήταν οι ενστάσεις σχετικά με τον παραλληλισμό ντόπινγκ στον αθλητισμό-ντόπινγκ στο χρήμα. Η όλη αίσθηση που μένει είναι ότι παρακολουθούμε μία ιστορία που είτε κρύβει από πίσω ένα οικονομικό σκάνδαλο και πιθανότερο ξέπλυμα μαύρου χρήματος (όπως στον Βασικό Μέτοχο) είτε ο δολοφόνος είναι κάποιος που έχει πληγεί από τις τράπεζες. Τελικά, η σύνδεση που γίνεται στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου, όπου ο εγκέφαλος της επιχείρησης ομολογεί τα κίνητρά του, είναι πολύ χαλαρή και έωλη. Ενώ ο Μάρκαρης ανοίγει ένα θέμα σοβαρό και επίκαιρο, όπως ομολογεί και ο ίδιος ονομάζοντας το βιβλίο του ως το πρώτο της Τριλογίας της Κρίσης, αφήνει εντελώς ανεκμετάλλευτη τη δύναμη του θέματος, που καίει όσο τίποτα αυτές τις μέρες. Το μυθιστόρημα γράφτηκε πολύ πρόσφατα, το καλοκαίρι του 2010, εν μέσω κρίσης και η λέσχη αναρωτήθηκε κατά πόσο μπορεί να γραφτεί ένα έργο που εξετάζει ολοκληρωμένα ένα ζήτημα, όταν βρίσκεται μέσα σε αυτό ή αν είναι απαραίτητη η χρονική και συναισθηματική απόσταση.


Η αίσθηση που έμεινε από την συνάντησή μας ήταν μία μικρή απογοήτευση, καθώς έλειψε και η αναγνωστική απόλαυση … «κάτι έλειπε»!

Τρίτη, 15 Φεβρουαρίου 2011

Κάρσον ΜακΚάλερς «Ανταύγειες σε χρυσά μάτια»

Στην τελευταία μας συνάντηση, «επιστρέψαμε» στον αμερικάνικο νότο διαβάζοντας μια ακόμα σημαντική συγγραφέα, την Κάρσον ΜακΚάλερς, και το βιβλίο της «Ανταύγειες σε χρυσά μάτια», που έγραψε το 1941.



Εκπρόσωπος του λογοτεχνικού ρεύματος american southern gothic, η ΜακΚάλερς μιλάει για τον έρωτα, την αγάπη, όπως η ίδια τα αντιλαμβάνεται.

Βρισκόμαστε στον Αμερικανικό νότο και τα γεγονότα διαδραματίζονται σε ένα στρατόπεδο σε καιρό ειρήνης. Ήρωες είναι ο λοχαγός Πέντερτον, ο οποίος ανακαλύπτει τη σεξουαλικότητά του και στην άλλη όχθη η Άλισον Λάγκτον, η οποία έχοντας χάσει ένα παιδί, πασχίζει με κάθε τρόπο να «σβήσει» από πάνω της το φύλο της. Ανάμεσα σε αυτούς τους δύο βρίσκεται η Λενόρα Πέντερτον που διατηρεί, σιγά-σιγά όλο και πιο φανερά, σχέση με τον ταγματάρχη Λάγκτον. Την ιστορία κινεί ένας νεαρός στρατιώτης, ο οποίος μπαίνει σαν καταλύτης στη ζωή του λοχαγού Πέντερτον.


Η ΜακΚάλερς μιλάει για τον γάμο που καταρρέει, μέσα σε μια νοσηρότητα και μιζέρια που βγάζει στην επιφάνεια όλη την υποκρισία και την ψευτιά. Όλοι ασφυκτιούν, αλλά δύσκολα κάνουν κάτι για να ξεφύγουν από τα βάρη τους, ο θάνατος-αυτοκτονία της Άλισον και ο φόνος που διαπράττει στο τέλος ο λοχαγός Πέντερτον, δεν λυτρώνουν, αλλά αντίθετα βαραίνουν πιο πολύ το όλο κλίμα της σήψης.


Αναγνωρίσαμε τη σημασία της Μακ Κάλερς για την αμερικάνικη λογοτεχνία, κάτι που φαίνεται κυρίως από το πόσους πολλούς συγγραφείς, σύγχρονούς της και νεότερούς της, έχει επηρεάσει. Ωστόσο, θεωρήσαμε ότι, αν και μας άρεσε πολύ το βιβλίο, μάλλον δεν είναι το καλύτερό της, το κλείσιμό του, είναι λίγο απότομο, και οι χαρακτήρες δεν πατούν όλοι σταθερά στα πόδια τους.


Το βιβλίο έχει μεταφερθεί στον κινηματογράφο από τον Τζον Χιούστον (1967), με πρωταγωνιστές την Ελίζαμπεθ Τέιλορ και τον Μάρλον Μπράντο.

Παρασκευή, 14 Ιανουαρίου 2011

Η «Aπίστευτη και θλιβερή ιστορία της αθώας Ερέντιρα και της άσπλαχνης γιαγιάς της» του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες


Η «Aπίστευτη και θλιβερή ιστορία της αθώας Ερέντιρα και της άσπλαχνης γιαγιάς της» σήμανε την έναρξη του 2011 στην ΠΑΡΑΛΙΑ.



Ένα βιβλίο που επελέγη για να πάμε μια μικρή βόλτα στον κόσμο του Gabriel Garcia Marquez, για να πάρουμε μια-επίσης μικρή- γεύση από μαγικό ρεαλισμό, για να γοητευθούμε ή να απογοητευθούμε από την κινηματογραφική τροπή σε φυγή της Ερέντιρα στο τέλος και –ας μην κρυβόμαστε- ένα βιβλίο τόσο μικρό που μας ταίριαζε απόλυτα ως light μεθεορταστικό ανάγνωσμα.

Αυτή η μικρή νουβέλα του Marquez αφηγείται την ιστορία της έφηβης Ερέντιρα, που εκδίδεται ασταμάτητα από τη γιαγιά της προκειμένου να εξιλεωθεί για το κατά λάθος κάψιμο του σπιτιού τους. Ως έργο ενός πολύ σπουδαίου συγγραφέα, δυστυχώς η μοίρα του είναι να πέσει στη σύγκριση με τα «μεγάλα» έργα του. Μια σύγκριση ατυχής έτσι και αλλιώς, αφού ότι και αν τοποθετηθεί δίπλα στα «Εκατό Χρόνια Μοναξιάς» και στον «Έρωτα στα χρόνια της Χολέρας» αναγκαστικά θα μοιάζει μικρό και ελλιπές. Εξέπληξε πολλούς από εμάς που γνωρίζουμε τον Marquez από τα μεγάλα έργα του η ενασχόληση με μια και μόνο ιστορία, σε αντίθεση με την προσφιλή τακτική του να εισχωρεί στο σύμπαν μιας οικογένειας και να εμβαθύνει στο χαρακτήρα και στη ζωή κάθε μέλους της ξεχωριστά και να αναδεικνύει τους συσχετισμούς και τις συμπτώσεις που το συνδέουν με τους υπόλοιπους.



Σε σχέση με τους χαρακτήρες του βιβλίου, ο περισσότερο ολοκληρωμένος και πειστικός υπήρξε για τους περισσότερους αυτός της γιαγιάς. Επιβλητική μέσα στην αποκρουστικότητα της και συνεπής στην ωμότητα που επέδειξε από την πρώτη κιόλας σελίδα, είναι μια ηρωίδα που την βλέπει κανείς ολοζώντανη μπροστά του διαβάζοντας. Ο τρόπος που ασκεί την εξουσία της αλλά και ο τρόπος που υποτάσσονται σε αυτήν η εγγονή της και οι γύρω της, της προσδίδει μια μη ανθρώπινη, σχεδόν μαγική διάσταση. Είναι μια γυναίκα αδίστακτη και αδηφάγα και η δύναμή της είναι τέτοια που αντέχει για καιρό στην έρημο χωρίς τροφή και νερό και δεν σκοτώνεται ούτε από το δυνατότερο δηλητήριο. Φυσικά είναι ο χαρακτήρας που μαγνητίζει περισσότερο τον αναγνώστη με τις μη ανθρώπινες ιδιότητες που του προσδίδονται.



Από την άλλη πλευρά η Ερέντιρα σαν χαρακτήρας άφησε αρκετά ερωτηματικά και δεν κατόρθωσε να «πείσει» κάποιους. Η άνευ όρων υποταγή της στις παρανοϊκές υποδείξεις τις γιαγιάς επί εικοσαετίας και η παντελής έλλειψη αντίδρασης δεν εξηγούν και δεν προετοιμάζουν τον αναγνώστη για την ανατροπή του τέλους. Η στωικότητα με την οποία δέχεται η Ερέντιρα τη μοίρα της είναι τόσο παγιωμένη ως κατάσταση στο μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου, που δεν αφήνει να διαφανεί ότι υπάρχει μια κρυμμένη δύναμη μέσα της που θα πυροδοτηθεί την κατάλληλη στιγμή και θα κάνει το μεγάλο βήμα. Αν και έχει ήδη προσπαθήσει δυο φορές να ξεφύγει, η τροπή της σε φυγή μετά το φόνο της γιαγιάς αφήνοντας ταυτόχρονα και τον «αγαπημένο» της Οδυσσέα πίσω, συνιστά ανατροπή και έκπληξη για τον αναγνώστη.


Η ιστορία της Ερέντιρα εισάγει το μαγικό στοιχείο μέσα στις ρεαλιστικές καταστάσεις που ζουν οι ήρωες της. Ο μαγικός ρεαλισμός, που επιτρέπει στον ήρωα να ζει τη δική του υποκειμενική πραγματικότητα δίπλα στην αντικειμενική, αναπτύχθηκε στη Λατινική Αμερική για να αντικατοπτρίσει τη μοναδική και εξωπραγματική ατμόσφαιρά της. Είναι « η τέχνη των λαών ο πολιτισμός των οποίων δεν έχει πάψει ποτέ να αναφέρεται σε ένα δεύτερο επίπεδο πραγματικότητας» σύμφωνα με τον Levi Strauss. Η διαπραγμάτευση των μεταφυσικών στοιχείων και του μαγικού γίνεται με τρόπο σαν να είναι απόλυτα φυσικά, διαχωρίζοντάς τον μαγικό ρεαλισμό από τον σουρεαλισμό που εξερευνά τον κόσμο της φαντασίας και του ασυνείδητου.



Κάποιοι προσπάθησαν να εντοπίσουν τους συμβολισμούς του βιβλίου. Η γιαγιά θεωρήθηκε πως θα μπορούσε να συμβολίζει την απληστία και –σύμφωνα με τους αναλυτές του Μάρκες- συσχετίζεται με τα καταπιεστικά καθεστώτα της Λατινικής Αμερικής. Τα μοτίβα του Μάρκες (Macondo, μοναξιά, La Violencia) δεν μπορούν εύκολα να εντοπιστούν σε αυτή τη μικρή νουβέλα, ωστόσο η αγριότητα της φύσης και η ένταση με την οποία βιώνονται τα πάντα (το φύσημα του ανέμου, το κάψιμο του ήλιου) παραπέμπουν στην ιδιαιτερότητα αυτών των χωρών αλλά και στα επαναλαμβανόμενα στοιχεία στα βιβλία του συγγραφέα που έχουν να κάνουν με τα προσωπικά του βιώματα και την πολιτική κατάσταση της Λατινικής Αμερικής.



Στις ιδιαιτερότητες της «Ερέντιρα» μπορούμε να προσθέσουμε πως αρχικά είχε γραφτεί ως σενάριο από το συγγραφέα, στη συνέχεια το σενάριο «χάθηκε» για να ξαναγραφτεί ως βιβλίο το 1978 και να μετατραπεί ξανά σε σενάριο σε συνεργασία με τον μεξικανό σκηνοθέτη Ruy Guerra. Γυρίστηκε ως ταινία το 1983 με την Ειρήνη Παππά στο ρόλο της γιαγιάς. Παρατηρήσαμε άλλωστε πως πολλά σημεία ήταν γραμμένα με τρόπο κινηματογραφικό, με αποκορύφωμα βέβαια το τέλος. Επιπλέον, οι απρόσμενοι επιθετικοί προσδιορισμοί του Marquez (βλ. «φευγαλέους δίσκους») μέσα στην υπερβολή τους συμβάλλουν στη δημιουργία μιας ατμόσφαιρας ιδιαίτερης και στην εικονοποίηση της πραγματικότητας που περιγράφει.



Η Ερέντιρα και η γιαγιά της, που παρεμπιπτόντως έκαναν και ένα πέρασμα από το βιβλίο «Εκατό Χρόνια Μοναξιά», ήταν μια ιστορία που προκάλεσε μια εποικοδομητική κουβέντα, και μας έβαλε για λίγο στην ατμόσφαιρα του μαγικού ρεαλισμού του Marquez, ακόμα και αν από κάποιους θεωρήθηκε μια μέτρια στιγμή ενός μεγάλου συγγραφέα .




Κατόπιν αυτών, κόπηκε η πρωτοχρονιάτικη πίτα της Λέσχης, όπου με ένα μαγικό τρόπο το φλουρί το κερδίσαμε όλοι!!!!


Τετάρτη, 15 Δεκεμβρίου 2010

"Διαβάζοντας στη Χάννα" του Bernhard Schlink

Δευτέρα 13 Δεκεμβρίου 2010



Είναι σπάνιο ένα βιβλίο να προκαλέσει την ίδια αναγνωστικήή ευχαρίστηση σε όλα μέλη της λέσχης μας και όποτε αυτό συμβαίνει είναι ιδιαίτερα απολαυστικό. Δεν είναι τυχαίο που η συγκεκριμένη συζήτηση της περασμένης Δευτέρας, πάνω στο «διάσημο» βιβλίο του Schlink «Διαβάζοντας στη Χάννα» δεν προχώρησε καθόλου σε πεδία ανάλυσης της γραφής και της τεχνικής του συγγραφέα. Το θέμα και οι χαρακτήρες του βιβλίου ήταν τόσο δυνατά που μονοπώλησαν το ενδιαφέρον και όλοι συμφωνήσαμε ότι πρόκειται για ένα έργο με μεγάλη λογοτεχνική αξία.


Ο Bernhard Schlink, νομικός και καθηγητής συνταγματικού δικαίου, ήταν γνωστός στη Γερμανία ως συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων. Με το «Der Vorleser» (τίτλος αμετάφραστος στα ελληνικά, αφού σημαίνει «αυτός που διαβάζει στον άλλον»-στα αγγλικά μεταφράστηκε ως «The reader») το 1995, η φήμη του ξεπέρασε τα όρια της πατρίδας του, καθώς το έργο μεταφράστηκε σε περισσότερες από 45 γλώσσες, βρέθηκε στην κορυφή των best sellers ακόμα και στους New York Times (το μόνο γερμανικό μυθιστόρημα που έχει βρεθεί ποτέ σε αυτή τη θέση) και σήμερα θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα έργα της γερμανικής λογοτεχνίας και διδάσκεται στα γερμανικά σχολεία.



Στη συζήτησή μας, ο Γιάννης Χ. επισήμανε πρώτος τα σταθερά δίπολα που υπάρχουν στο έργο και αφορούν τη σχέση ανάμεσα στο ατομικό και το συλλογικό: ατομική και συλλογική μνήμη, επίγνωση, ευθύνη. Η φιλολογία γύρω από το βιβλίο μιλάει για αυτή τη σχέση της νεότερης γενιάς Γερμανών με τη γενιά που ανέδειξε τον Ναζισμό και κατά πόσο οι σχέσεις των χαρακτήρων αντικατοπτρίζουν τον θυμό των Γερμανών για τους προγόνους τους. Η Αλεξάνδρα, έχοντας ζήσει χρόνια στη Γερμανία, μας μίλησε για τη γνώση των Γερμανών ότι η ανθρωπότητα δε θα τους συγχωρήσει ποτέ το Ολοκαύτωμα. Η Κατερίνα, παρατήρησε ότι το βιβλίο δε θέλει να τονίσει την ιστορία του Ολοκαυτώματος, αλλά το στοιχείο της ενοχής, άποψη την οποία όλοι μοιραστήκαμε. Όπως δήλωσε και ο ίδιος ο Schlink σε συνέντευξή του[1] η ενοχή είναι κάτι που περνάει από γενιά σε γενιά στη Γερμανία και που πλέον έχει μετατραπεί σε αίσθηση χρέους προς τους απογόνους των θυμάτων. Κάτι που αντικατοπτρίζεται στον χαρακτήρα του Μίχαελ, ο οποίος από τη μία δεν μπορεί να σταματήσει να αγαπάει τη Χάννα κι απ΄ την άλλη αδυνατεί να τη συγχωρήσει.



Τα περισσότερα μέλη της ΠΑΡΑ.Λ.Ι.Α.ς δεν πείστηκαν από τον χαρακτήρα της Χάννα. Η Μαίρη τόνισε ότι ανεξάρτητα με τον αναλφαβητισμό του, δεν είναι λογικό κάποιος να φτάσει να γνωρίσει τις ανθρώπινες αξίες μέσα από τον Όμηρο ή άλλα αναγνώσματα. Η άγνοια δεν απαλλάσσει, άποψη που στηρίζει και ο ίδιος ο συγγραφέας στην ίδια συνέντευξη, μιλώντας για «ηθικό αναλφαβητισμό» που είναι πολύ πιο ολέθριος. Ένας ηθικός αναλφαβητισμός που στην περίπτωση της Γερμανίας οδήγησε σε «συλλογική νάρκωση», όπως αναφέρεται και μέσα στο έργο. Η Χάννα όμως, είναι ένας ανθρώπινος χαρακτήρας, όπως παρατήρησαν η Μαρία και η Μαίρη, με πολλά ελαττώματα και με βασικό χαρακτηριστικό της την ντροπή του αναλφαβητισμού, που ορίζει τα πάντα στη ζωή της. Όταν όμως μαθαίνει να διαβάζει, έρχεται η συναίσθηση της ευθύνης της που είναι ακόμα μεγαλύτερη ντροπή. Γι αυτό τελικά αυτοκτονεί; Από ενοχές; Από αδυναμία επανένταξης; Από καθήκον; Από τον συνδυασμό όλων των παραπάνω; Ο Μίχαελ, προς το τέλος του έργου (σελ 177) παρατηρεί: «ο αναλφαβητισμός είναι ανηλικότητα. Η Χάννα, έχοντας το θάρρος να μάθει ανάγνωση και γραφή, είχε κάνει το βήμα από την ανηλικότητα στην ενηλικίωση, ένα βήμα διαφωτισμού». Η αναγνώριση της ευθύνης της είναι ίσως η δύναμη που έσπρωξε τη Χάννα στην αυτοκτονία, όπως πιστεύει ο Cohen[2].


Τελικά, όπως επισήμανε και ο Γιάννης Π., το κατόρθωμα του συγγραφέα είναι η ψυχραιμία του απέναντι σε αυτό που αφηγείται. ΟSchlink δεν παίρνει θέση, αλλά αφήνει τον αναγνώστη να αποφασίσει. Δίνει όσα χρειάζεται για την ιστορία, ψύχραιμα και κρατώντας απόσταση, χωρίς ωστόσο να καταλήγει ψυχρός, αφού έχει επιλέξει να κάνει τις αναγωγές στο συλλογικό μέσα από το προσωπικό, το ανθρώπινο.

Η συνάντηση της Δευτέρας με αφορμή τη «Χάννα» μας χόρτασε πνευματικά και ήταν η τέλεια αρχή για να χορτάσουμε και με τις λιχουδιές στο παρακείμενο ταβερνείο, μετά τη συζήτησή μας. Ήταν ένα ευτυχές κλείσιμο για αυτή την αναγνωστική μας χρονιά.


Τετάρτη, 3 Νοεμβρίου 2010

"Ο Πέπλος" του Μίλαν Κούντερα

Ο πέπλος

Συγγραφέας Μίλαν Κούντερα

Δευτέρα 1 Νοεμβρίου 2010

Αίθριο των εκδόσεων Μεταίχμιο



Παρόντες Μάρθα, Μαίρη, Γιάννης Π., Δημήτρης, Έφη, Φλωρεντία, Γιάννης Χ. και Μαρία

 


Μαρία. Πρότεινα το συγκεκριμένο βιβλίο γιατί θεωρώ ότι έχω έλλειμμα σε θεωρητικές γνώσεις λογοτεχνίας. Δεν ήθελα να προτείνω όμως ένα αμιγώς ακαδημαϊκό έργο αλλά το θεωρητικό έργο ενός δημιουργού όπου συνυπάρχει και η βιωμένη πρακτική του τεχνίτη. Έτσι το συγκεκριμένο έργο μπορούμε να το δούμε ως την ποιητική του Κούντερα για το μυθιστόρημα όπου επίσης καταρτίζει και τον προσωπικό του κανόνα από τους συγγραφείς που θαυμάζει και είναι κατά κάποιο τρόπο παρόντες στο δικό του έργο. Επίσης νομίζω ότι όταν ένας συγγραφέας μιλάει για κάποιον άλλο ομότεχνό του στην πραγματικότητα  μιλάει για τον εαυτό του.

Μαίρη. Το πρόβλημά μου ήταν ότι δεν μπόρεσα να εντοπίσω  ένα ενιαίο τρόπο σκέψης. Τα κείμενα δεν είχαν συγκροτημένη δόμηση ώστε να μείνουν στο μυαλό του αναγνώστη. Επίσης με ενόχλησε η απολυτότητά του όσον αφορά τα συμπεράσματά του. Όποιος π.χ. γράφει σήμερα μουσική σαν τον Μπετόβεν είναι ηλίθιος.  Ο Μίλαν ο Θεός είπε και ελάλησε.

Μαρία. Αυτό το εντάσσει στο πλαίσιο της ιστορικότητας. Δεν ξέρω από μουσική αλλά στο χώρο της λογοτεχνίας αυτό που λέει νομίζω ότι ισχύει. Δηλαδή αν κάποιος σήμερα γράφει σε μία πεθαμένη φόρμα π.χ. δεκαπεντασύλλαβο, όχι σαν μεικτή τεχνική αλλά εξ ολοκλήρου σε  δεκαπεντασύλλαβο, αυτό είναι αναχρονισμός και εντάξει ο αναχρονισμός δεν με πειράζει, αλλά το κυριότερο νομίζω ότι είναι άγονο.

Μαίρη. Αν ένας σήμερα νομίζει ότι τον εκφράζει καλύτερα να γράψει σε δεκαπεντασύλλαβο γιατί όχι. Μπορεί να βρεθεί κι ένας αναγνώστης που να τον αφορά και να το διαβάσει. Εξ άλλου ο Καζαντζάκης δεν έγραψε την Οδύσσειά του σε δεκαπεντασύλλαβο; Σημασία έχει πως θα διαχειριστεί κάποιος το θέμα του.

Μαρία. Γι αυτό δεν την διαβάζει κανείς την Οδύσσειά του.

Δημήτρης. (Κουντεροχτυπημένος) Θα συμφωνήσω με τη Μαίρη. Σημασία έχει πως χρησιμοποιεί τις  φόρμες του ο κάθε καλλιτέχνης. Έχω διαβάσει όλα τα έργα του Κούντερα και παίζει πράγματι παιχνίδια στον αναγνώστη του, ειρωνεύεται και αυτοαναιρείται.

Μάρθα. Είμαι κάθετη σ’ αυτό. Σήμερα πρέπει να γράφουμε για το σήμερα. Μεταφέρω εμπειρία από το χώρο του θεάτρου. Είδα μια παράσταση για την ζωή του Κην. Κάποιος κάθισε σήμερα έγραψε και μετά έστησε παράσταση για τον Κην. Ποιόν αφορά αυτό;

Όλοι. Ποιος είναι ο Κην;

Μάρθα. Άγγλος ηθοποιός του δέκατου όγδοου αιώνα. Θεωρείται ο θεμελιωτής της υποκριτικής.

Όλοι. Α!   


Μαίρη. Που απευθύνεται ο Κούντερα μ’ αυτό το έργο;

Γιάννης Χ. Στους αναγνώστες των μυθιστορημάτων του. Εμένα μου άρεσε ο πέπλος, κυρίως ως προς τις διαπιστώσεις του, και όχι ως προς το θεωρητικό κομμάτι περί μυθιστορήματος. Έχει εξαιρετικά κομμάτια, όπως όταν σχολιάζει κείμενα που τον εντυπωσίασαν και σε παρασύρει και θέλεις να τα διαβάσεις αν δεν τα ξέρεις, Αυτή τη νουβέλα του  Ιάπωνα Κενζαμπούρο Όε, ας πούμε, έψαξα να βρω αν έχει εκδοθεί στα ελληνικά. 

Μάρθα. Πράγματι. Και το κομμάτι για το θάνατο της Άννας Καρένινα ήταν πολύ καλό.

Γιάννης Χ. Επίσης αυτό που λέει για τον επαρχιωτισμό των μικρών κρατών και τον επαρχιωτισμό των μεγάλων.

Μαρία. Για το καλλιτέχνη που θεωρείται ιδιοκτησία του έθνους του αν προέρχεται από  μικρή χώρα.

Κάποιος (δε θυμάμαι ποιος). Λέει ότι κανείς δεν θα ήξερε τον Κάφκα αν είχε γράψει στα τσέχικα.

Δημήτρης. Ο Κάφκα είχε τρεις επιλογές. Μπορούσε να γράψει στα τσέχικα, στα γίντις ή στα γερμανικά. Επέλεξε  να γράψει στα γερμανικά γιατί ήταν μια γλώσσα με παγκόσμια εμβέλεια κι επιπλέον πίστευε ότι είχε μεγαλύτερες γλωσσικές δυνατότητες σε σχέση με τις άλλες δύο. Άσχετα αν μετά το μετάνοιωσε κι ήθελε να κάψει τα γραπτά του.

Μαρία. Έτσι είναι. Αν η Φόνισσα  του Παπαδιαμάντη είχε γραφτεί στα αγγλικά θα ήταν ένα κείμενο που θα το ήξερε όλος ο κόσμος.

Δημήτρης. Και κάποια διηγήματά του με μοντερνιστικά στοιχεία, πριν τον μοντερνισμό.

Μαίρη. Μπορούσε ο Παπαδιαμάντης να γράψει αγγλικά;

Μαρία. Τι εννοείς;

Μαίρη. Μπορείς να βγάλεις τον Παπαδιαμάντη έξω απ’ το πλαίσιό του; Μπορείς να τον σκεφτείς π.χ. χωρίς την ορθοδοξία του;

Μαρία. Υπόθεση κάνουμε. Μήπως ένας αγγλόφωνος Παπαδιαμάντης;

Κάποιος (πάλι δεν θυμάμαι). Πάντως ο Κούντερα μας λέει ότι δεν είναι απαραίτητη συνθήκη για την κατανόηση ενός κειμένου, να είσαι ομοεθνής του συγγραφέα του και να γνωρίζεις τη γλώσσα στην οποία γράφτηκε. Έτσι λέει, κανείς Γάλλος δεν κατανόησε καλύτερα τον Ραμπελαί απ΄ ότι ένας Ρώσος ο Μπαχτίν, τον Ντοστογιέφσκι ένας Γάλλος ο Ζίντ, τον Τζόυς ένας Αυστριακός ο Μπρόχ, τον Ίψεν ένας Ιρλανδός ο Μπέρναντ Σω, τους Βορειοαμερικάνους, Φώκνερ, Ντος Πάσσος, Χεμιγουαίη, οι Γάλλοι συνάδελφοί τους κ.λπ.

Φλωρεντία (λίγο αργοπορημένη, ας όψονται τα τούρκικα!). Δεν το τελείωσα το βιβλίο. Βαρέθηκα. Λέει πράγματα που γνωρίζουμε, με ακαδημαϊκό τρόπο.

Δημήτρης. Η ουσία του βιβλίου βρίσκεται στο σημείο που λέει για τον Θερβάντες και τον Δον Κιχότη. (διαβάζει) « Μπροστά από τον κόσμο έπεφτε ένας μαγικός πέπλος υφασμένος από θρύλους. Ο Θερβάντες έστειλε ταξίδι τον Δον Κιχότη, και έσκισε τον πέπλο. Ο κόσμος ξανοίχτηκε μπροστά στον περιπλανώμενο ιππότη σ’ όλη την κωμική γύμνια της πρόζας του».

Μαρία. Δεν έχω διαβάσει τον Δον Κιχότη. Μόνο μια διασκευή για παιδιά όταν ήμουν μικρή. Μήπως ήταν κλασσικά εικονογραφημένα;

Μάρθα. Ούτε εγώ τον έχω διαβάσει.

Δημήτρης. Το κωμικό, ο Κούντερα εκτιμά ιδιαίτερα την κωμική ματιά στα πράγματα. Γι’ αυτό δεν πολυσυμπαθεί τον Ντοστογιέφσκι, τον θεωρεί πολύ δραματικό. Επίσης το θαυμαστό στον Κούντερα είναι ότι μετά την φυγή του από την Τσεχοσλοβακία και την εγκατάστασή του στην Γαλλία άρχισε να γράφει γαλλικά. Πολύ ζόρικο πράγμα να γράψεις σε άλλη γλώσσα εκτός της μητρικής σου. Γιατί η γλώσσα είναι η σκέψη σου, είσαι εσύ.

Γιάννης Χ. Ξέρουμε για ποιο λόγο έγραψε στα γαλλικά; Μήπως επειδή είναι μία μεγάλη γλώσσα;

Εξ όσων θυμάμαι μάλλον δεν υπήρξε απάντηση στο ερώτημα. Κάποιος έριξε στο τραπέζι τον Ροθ και τις ομοιότητές του με τον Κούντερα, ότι είναι και οι δύο κυνικοί...δεν έχουν συμπόνια για τον άνθρωπο. Από κει και πέρα η συζήτηση πήρε και άλλες προεκτάσεις, η Φλωρεντία έκανε ένα συνειρμό για αυτιστικά παιδιά όπου της απάντησε ο Δημήτρης, ενώ ειπώθηκαν και άλλα πολλά που δεν θυμάμαι…