Πέμπτη, 11 Ιουνίου 2009

Ναντίν Γκόρντιμερ-Φίλιπ Ροθ

Απόγευμα Ιουνίου. Στον τόπο συνάντησης της Λέσχης κυριαρχεί ηρεμία η οποία όμως σταδιακά διαταράσσεται. Τυγχάνει τα βιβλία προς συζήτηση να είναι «Ο Ύστερος Αστικός Κόσμος» της βραβευμένης με Νόμπελ Ναντίν Γκόρντιμερ και το «Ζώο που ξεψυχά» του Φίλιπ Ροθ.
Η Γκόρντιμερ συγκεντρώνει τους επαίνους καθώς η Λιζ ο κύριος χαρακτήρας του μυθιστορήματος, μέσω της αναδρομής της σχέσης της με τον πρώην σύζυγο της - με αφορμή την αυτοκτονία του τελευταίου- ξεδιπλώνει την πολιτική κατάσταση της Νότιας Αφρικής κατά την διάρκεια του Απαρτχάϊντ αλλά και της ψυχολογικής υπόστασης του Μαξ, του αντι- ήρωα εκλιπόντος συζύγου της. Μέσα από αυτή την προσέγγιση κατορθώνει να μας δώσει μας ένα μεστό έργο που αναδεικνύει με αρτιότητα τον ιστό μεταξύ του κοινωνικού και ιδιωτικού βίου.
Για κάποιους, η γραφή του συγκεκριμένου έργου είναι στείρα συναισθηματισμού λόγω της αποστειρωμένης από αισθηματισμούς παρουσίασης των πεπραγμένων, από την αφηγήτρια, με αποτέλεσμα την αποστασιοποίηση του αναγνώστη από τα δρώμενα.
Παρά ταύτα, ο τρόπος παρουσίασης του διλλήματος ‘πολιτικός ακτιβισμός, ειδικά όταν η ενασχόληση με την πολιτική μπορεί να αποβεί μοιραία, και ‘ατομική επιβίωση’ που όμως συνοδεύεται με την ενοχή της απραξίας ως συναίνεσης σε μια πολιτική κατάσταση που διαιωνίζει και υπηρετεί- την ένδεια ανθρωπισμού και την βαρβαρότητα προς τους άλλους, στην προκειμένη περίπτωση, τους ‘μη λευκούς’- θεωρήθηκε ότι προσεγγίστηκε με αρκετή δεξιοτεχνία αναδεικνύοντας την Γκόρντιμερ ως μια από τις μεγαλύτερους συγγραφείς του 20ου αιώνα.
Σε αντιπαράθεση με το έργο της Γκόρντιμερ που εξερευνά το άτομο αλλά ταυτόχρονα το φέρνει πάντα αντιμέτωπο με τον τρόπο που συνδιαλέγεται με το κοινωνικό - πολιτισμικό του περιβάλλον, παρουσιάστηκε η ενδοσκόπηση του Ροθ, μέσα από το μυθιστόρημά του «Το ζώο που Ξεψυχά». Η προσπάθειά του να εξερευνήσει το αχαλίνωτο αρσενικό ένστικτο της σεξουαλικότητας και πως αυτό επιδρά στον ανδρικό βίο και ειδικότερα, στο συγκεκριμένο έργο, κατά την φάση της ζωής όπου ο άνδρας πλησιάζει τις σκοτεινές Πύλες, ενόχλησε. Η μονομερής ενασχόληση με το φαλλό και η τοποθέτηση του ως καίριου και μοναδικού χαρακτηριστικού του ανδρικού σύμπαντος εγκλώβισε τους περισσότερους σε έναν αποπνικτικό, αυτιστικό κόσμο ατελέσφορου ηδονισμού. Η πλήρης απουσία ερωτισμού, πέραν του σεξουαλικού, επέφερε ένα αίσθημα μη ταύτισης.
Μάταια μια ψυχολογική προσέγγιση υπερασπίστηκε ότι ο άνδρας ταυτίζεται με το «έχει» και η γυναίκα με το «είναι» και άρα πρέπει να ειδωθεί από μια άλλη σκοπιά το έργο του Ροθ, μάταια η υπεράσπιση ότι η παρουσίαση του «ακραίου» σκοπεύει στο να διεισδύσει στα αρχέγονα βάθη του ανδρικού ψυχισμού για να φέρει στην επιφάνεια την πραγματική υπόσταση του αρσενικού.
Ενδιαφέρον προκάλεσε η προσέγγιση του «άλλου» στη νοηματοδότηση του «εγώ» και στα δύο μυθιστορήματα, του πρώην συζύγου καθώς και των «άλλων» του κοινωνικού πολιτικού περιβάλλοντος στο μυθιστόρημα της Γκόρντιμερ, της υπέροχης ερωμένης με τον τέλειο μαστό στο έργο του Ροθ. Ίσως τελικά η πεμπτουσία και των δύο έργων να βρίσκεται στη σχέση και στο είδος των σχέσεων που δημιουργεί το «εγώ» με το «άλλο» τόσο στο προσωπικό / ατομικό όσο και στο κοινωνικό / συλλογικό επίπεδο.
Πιθανά στο έργο της Γκόρντιμερ ο «άλλος» να είναι αναγκαίος για την ολοκλήρωση της ανθρώπινης υπόστασης του «εγώ», ενός ‘εγώ’ που διαμορφώνεται και διαμορφώνει τον κόσμο που το περιβάλλει, ενώ στο έργο του Ροθ ο «άλλος», και στην προκειμένη περίπτωση η γυναίκα, να περιορίζεται στο να προσφέρει στο ανδρικό «εγώ», την πληρότητα που αναζητεί η ανδρική σωματότητα, η κατά Ροθ πεμπτουσία του αρσενικού και όπου η μετεξέλιξη της σχέσης πέρα του σωματικού, αντί να ολοκληρώνει υποσκάπτει τον πυρήνα του ανδρικού «εγώ».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου