Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΛΜ: Γιάννης Χαιρετάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΛΜ: Γιάννης Χαιρετάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 8 Ιουνίου 2011

«Βρέχει Φως» του Κωστή Γκιμοσούλη


Στην τελευταία λέσχη της χρονιάς διαβάσαμε το «Βρέχει Φως» του Κωστή Γκιμοσούλη, προσπαθώντας να ανιχνεύσουμε τα στοιχεία που μας άρεσαν και να τα διαχωρίσουμε από αυτά που μας ενόχλησαν. Σε γενικές γραμμές δεν μας άρεσε το βιβλίο. Ακόμα και σε αυτούς που το είχαν πρωτοδιαβάσει όταν είχε εκδοθεί – και το είχαν λατρέψει – σήμερα φαίνεται κακογραμμένο, με πολλά εσωτερικά ζητήματα δομής, πλοκής, εξέλιξης της ιστορίας.

Ενδιαφέρον μπορεί να βρει κάποιος που αρέσκεται να διαβάζει βιογραφίες ή μυθιστορηματικές βιογραφίες. Επιπλέον, για τους περισσότερους ο χαρακτήρας της Πολυδούρη δεν αποκτούσε υπόσταση, ενώ όλοι συμφώνησαν ότι τα καλύτερα κομμάτια ήταν αυτά που αφορούσαν στην αυτοκτονία του Καρυωτάκη.



Με το «Βρέχει Φως» έκλεισε μια μέτρια χρονιά για τη λέσχη, χωρίς να παραβλέπουμε ότι συχνά και τα κακά βιβλία προσφέρουν πολύτιμα σημεία για συζήτηση…

Τρίτη 15 Φεβρουαρίου 2011

Κάρσον ΜακΚάλερς «Ανταύγειες σε χρυσά μάτια»

Στην τελευταία μας συνάντηση, «επιστρέψαμε» στον αμερικάνικο νότο διαβάζοντας μια ακόμα σημαντική συγγραφέα, την Κάρσον ΜακΚάλερς, και το βιβλίο της «Ανταύγειες σε χρυσά μάτια», που έγραψε το 1941.



Εκπρόσωπος του λογοτεχνικού ρεύματος american southern gothic, η ΜακΚάλερς μιλάει για τον έρωτα, την αγάπη, όπως η ίδια τα αντιλαμβάνεται.

Βρισκόμαστε στον Αμερικανικό νότο και τα γεγονότα διαδραματίζονται σε ένα στρατόπεδο σε καιρό ειρήνης. Ήρωες είναι ο λοχαγός Πέντερτον, ο οποίος ανακαλύπτει τη σεξουαλικότητά του και στην άλλη όχθη η Άλισον Λάγκτον, η οποία έχοντας χάσει ένα παιδί, πασχίζει με κάθε τρόπο να «σβήσει» από πάνω της το φύλο της. Ανάμεσα σε αυτούς τους δύο βρίσκεται η Λενόρα Πέντερτον που διατηρεί, σιγά-σιγά όλο και πιο φανερά, σχέση με τον ταγματάρχη Λάγκτον. Την ιστορία κινεί ένας νεαρός στρατιώτης, ο οποίος μπαίνει σαν καταλύτης στη ζωή του λοχαγού Πέντερτον.


Η ΜακΚάλερς μιλάει για τον γάμο που καταρρέει, μέσα σε μια νοσηρότητα και μιζέρια που βγάζει στην επιφάνεια όλη την υποκρισία και την ψευτιά. Όλοι ασφυκτιούν, αλλά δύσκολα κάνουν κάτι για να ξεφύγουν από τα βάρη τους, ο θάνατος-αυτοκτονία της Άλισον και ο φόνος που διαπράττει στο τέλος ο λοχαγός Πέντερτον, δεν λυτρώνουν, αλλά αντίθετα βαραίνουν πιο πολύ το όλο κλίμα της σήψης.


Αναγνωρίσαμε τη σημασία της Μακ Κάλερς για την αμερικάνικη λογοτεχνία, κάτι που φαίνεται κυρίως από το πόσους πολλούς συγγραφείς, σύγχρονούς της και νεότερούς της, έχει επηρεάσει. Ωστόσο, θεωρήσαμε ότι, αν και μας άρεσε πολύ το βιβλίο, μάλλον δεν είναι το καλύτερό της, το κλείσιμό του, είναι λίγο απότομο, και οι χαρακτήρες δεν πατούν όλοι σταθερά στα πόδια τους.


Το βιβλίο έχει μεταφερθεί στον κινηματογράφο από τον Τζον Χιούστον (1967), με πρωταγωνιστές την Ελίζαμπεθ Τέιλορ και τον Μάρλον Μπράντο.

Τετάρτη 6 Οκτωβρίου 2010

«Κάτι θα γίνει, θα δεις» Χρήστος Οικονόμου, εκδ. Πόλις


Στη λέσχη του Οκτωβρίου διαβάσαμε τη συλλογή διηγημάτων του Χρήστου Οικονόμου, και είχαμε μάλλον από τις πιο ενδιαφέρουσες συζητήσεις στη λέσχη. Τα υπέρ πολλά, τα κατά ακόμα περισσότερα. 

 

 

Αναμφισβήτητα το γεγονός ότι ο συγγραφέας καταπιάστηκε με ένα θέμα σημερινό, σύγχρονο, αποτελεί μεγάλο ατού. Μιλάει για το σήμερα με όρους σημερινούς. Μιλάει για συγκεκριμένη κατηγορία ανθρώπων, «ένα είδος νεόπτωχων» θα λέγαμε, οι οποίοι βιώνουν την πτώση από μία κατάσταση σε μία άλλη. Όλοι έχουν κάτι (μια αγάπη, ένα σπίτι, μια δουλειά) το οποίο χάνουν ή πρόκειται να χάσουν.  Η συνειδητοποίηση, πολλές φορές, ότι το χάνουν είναι πιο ισχυρή από την ίδια την απώλεια. Γύρω από αυτή την "αλλαγή" κινούνται οι ήρωες και πλέκονται οι ιστορίες.

 

Όλες, σχεδόν, οι ιστορίες εντάσσονται σε ένα πλαίσιο, αυτό των "μακρινών" δυτικών προαστίων του Πειραιά. Για τους περισσότερους από εμάς το πλαίσιο ήταν κακοφτιαγμένο, (Κοκκινιά Κερατσίνι Αμφιάλη οδηγάω με… Πέτρου Ράλλη Λαοδικείας Σαλαμίνος φουλαριστός… (σελ. 22)), και άτεχνα δοσμένο. Η υποβολή, δηλαδή του πλαισίου, γινόταν με την αναφορά δρόμων, μαγαζιών, και άλλων χαρακτηριστικών μερών, χωρίς συνεκτικότητα και ουσιαστικά χωρίς να προσθέτουν τίποτα στις ιστορίες. Όλοι, συμφωνήσαμε ότι αυτές οι ιστορίες θα μπορούσαν να διαδραματίζονται σε οποιαδήποτε περιοχή της Αθήνας. Τα τεχνητά αυτά μέσα δεν λειτούργησαν έτσι όπως είχε σκεφτεί μάλλον ο συγγραφέας. Επιπλέον, για να γίνει πιο υποβλητική η ατμόσφαιρα, να δοθεί η μαυρίλα και η σκοτεινιά, αν όχι σε όλα, στα περισσότερα, επιστρατευόταν η βροχή.

 

Κάποιοι από εμάς, θεώρησαν ότι δεν υπήρχε η αντίθεση για να αναδειχτούν οι ιστορίες, και πως «το μαύρο πάνω σε μαύρο δεν λειτουργεί».

 

Στους περισσότερους άρεσαν οι ιστορίες εκτός πλαισίου, ή εκτός ενός πολύ συγκεκριμένου πλαισίου, που δεν οριζόταν από ονομασίες δρόμων. Από τις ιστορίες με σαφές πλαίσιο, η καλύτερα δοσμένη ήταν ο «Μάο», το μεγαλύτερο από όλα τα διηγήματα, στο οποίο ο συγγραφέας έφτιαξε ένα πολύ καλό σκηνικό, μια γειτονιά, και τον πιο ολοκληρωμένο χαρακτήρα  (αν και στο τέλος … τον ξέχασε και αυτόν). 

 

Στα ουσιαστικά μας προβλήματα είναι η έλλειψη χαρακτήρων. Θεωρήσαμε ότι όλοι οι χαρακτήρες μοιάζουν, και επιπρόσθετα οι πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις αναμειγνύονταν με τις τριτοπρόσωπες, και από τη μία ιστορία στην άλλη δεν ήταν σαφής η διάκριση του αφηγητή από τον πρωταγωνιστή της ιστορίας ή της προηγούμενης ιστορίας κ.λπ.  

 

Οι ιδέες του Οικονόμου, είναι στη βάση τους καλές, αναδεικνύουν οξυδέρκεια και αντιληπτικότητα, αν και δεν έλειψαν οι απόψεις ότι «το βιβλίο αντανακλά τη δημοσιογραφική κάλυψη του όλου θέματος» (ο Οικονόμου είναι δημοσιογράφος)  «είναι ξεκομμένο από την πραγματικότητα» ή «είναι κακό μελό».

Ωστόσο, όλοι συμφωνήσαμε ότι χρειαζόταν καλύτερη και πιο αυστηρή επιμέλεια, σε θέματα όπως η επανάληψη (για παράδειγμα στην πρώτη ιστορία με το μαρούλι), ή στη χρήση των κοφτών και μικρών προτάσεων που δεν οδηγούσαν πουθενά, και έμεναν μετέωρες ανάμεσα στην κορύφωση και τη συγκίνηση.

 

 

Όλοι συμφωνήσαμε όμως ότι ήταν μια καλή επιλογή για τη λέσχη, η συζήτηση ήταν εποικοδομητική, ζωηρή, έντονη, και αυτό μας είχε λείψει…

Τρίτη 13 Απριλίου 2010

Βίντοσαβ Στεβάνοβιτς "Διαθήκη"


Ο Βίντοσαβ Στεβάνοβιτς γεννήθηκε το 1942 στο Κραγκούγιεβατς και ζούσε για τριάντα χρόνια στο Βελιγράδι. Μετά το 1991 αυτοεξορίστηκε από τη χώρα του, πρώτα στην Ελλάδα, στη συνέχεια στο Παρίσι. Από το 1995 ζει στη Σερβία.



Από τα πιο γνωστά του βιβλία είναι η «Διαθήκη» που διαβάσαμε στη λέσχη ανάγνωσης, ένα «μυθιστόρημα σε 52 ολονυκτίες», όπως χαρακτηρίζεται, όπου οι ήρωες σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση πάντα, αποκαλύπτουν και αποκαλύπτονται μέσα από την εμπειρία του πολέμου. Όλα και όλοι στρέφονται γύρω από τον πόλεμο, χωρίς να (τους) ενδιαφέρει αν υπάρχει κάτι πίσω ή πέρα από αυτόν. Η ανθρώπινη φύση αναδεικνύεται σε όλο το εύρος της γιατί το μοναδικό της δημιούργημα είναι ο πόλεμος, ο οποίος καταφέρνει να αναδείξει το καντάντημα των ανθρώπων και να τονίσει όλα τα αρνητικά χαρακτηριστικά τους. Οι άνθρωποι χάνουν όλα όσα χαρακτηρίζουν το ανθρώπινο γένος και επαναφέρουν συνεχώς και εν πλήρει συνειδήσει το κακό. Το κακό είναι η μόνο επιλογή, φαίνεται να λέει ο Στεβάνοβιτς, ένα κακό που τους λύνει τα χέρια: είναι μονόδρομος.



Η οπτική αυτή του «μαύρου» είναι επιλογή του Στεβάνοβιτς που επιμένει και την υπηρετεί καλά, αποκόπτωνας απ’ τα λόγια του Ηράκλειτου «πόλεμος πατήρ πάντων» την έννοια της δημιουργίας που ενυπάρχει στον αρχαίο φιλόσοφο. «Αν δεν ξέσπαγε κάποιος πόλεμος θα σφαζόμαστε μεταξύ μας» (σελ. 128), λέει για να συνεχίσει «Εκείνος που μου έβγαλε την καρδιά, έκανε πολύ καλά. Δεν ακούω τίποτα στο στήθος μου» (σελ. 40) και «Έχασα το τουφέκι και το μαχαίρι, δεν έχω τίποτα πια, δεν περπατάω, δεν αναπνέω. Αντί για κεφάλι, έχω μίσος»(σελ.191) και να καταλήξει «Μας έκαναν και πολλά άλλα, όσα μπορούσαν να περάσουν απ’ το νου τους. Βαριόμαστε ακόμα και να σας τα περιγράψουμε» (σελ. 212).



Ο Στεβάνοβιτς δεν αφήνει ανοιχτά παράθυρα, δεν βλέπει πουθενά μια αχτίδα φωτός. Ακόμα και η χρήση του ονόματος Λαζάρου ως σύμβολο, οι ήρωές του φέρουν όλοι το ίδιο αυτό όνομα, μόνο σαν ένα ειρωνικό σχόλιο για την μετά πόλεμο εποχή μπορεί να εκληφθεί. Ο Λάζαρος μετά την ανάστασή του θα είναι ένας νεκροζώντανος, δεν θα χαμογελάσει ποτέ ξανά.



Ο Έριχ Μαρία Ρεμάρκ στην αρχή του βιβλίου «Ουδέν νεώτερον από το δυτικό μέτωπο» λέει για το βιβλίο του ότι «δεν είναι ούτε κατηγορητήριο ούτε εξομολόγηση και ακόμα λιγότερο μια περιπέτεια, γιατί ο θάνατος δεν είναι περιπέτεια για αυτούς που τον αντιμετωπίζουν. Θα προσπαθήσει, απλούστατα, να μιλήσει για μια γενιά ανθρώπων που, κι αν ακόμα ξέφυγαν από τις οβίδες τους, καταστράφηκαν από τον πόλεμο» για να πει προς το τέλος του βιβλίου «Τι θα συμβεί άραγε ύστερα; Και τι θα απογίνουμε εμείς». Ο Στεβάνοβιτς ξέρει ότι δεν θα υπάρξει μετά. Γιατί δεν υπάρχει τέλος.



Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί την ιστορία, τις παραδόσεις και τους μύθους της χώρας του μέσα σε μια συμβολική και ποιητική γλώσσα που αναδεικνύεται από τη μετάφραση της Γκάγκα Ρόσιτς. Ωστόσο η έλλειψη ενός άξονα που ενδεχομένως θα έκανε πιο συμπαγές το σύμπαν που φτιάχνει ο συγγραφέας, οι πολλές ίδιες οπτικές γωνίες των διαφόρων ηρώων που δεν μπόρεσαν να αποφύγουν τους σκοπέλους της επαναληπτικότητας ήταν στοιχεία που αποθάρρυναν στο να ολοκληρώσουν ή να ευχαριστηθούν την ανάγνωση πολλά μέλη της λέσχης μας.

Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2009

Από τη Μόσχα και το Σατανά στον Πόντιο Πιλάτο

Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα, Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ




Ένα πολυπρισματικό μυθιστόρημα χωρίς σαφή άξονα, που μας προβλημάτισε αρκετά.

Τέσσερα είναι τα κύρια θέματα που απασχολούν τον Μπουλγκάκοφ στο μυθιστόρημά του: η ανάδειξη της εποχής του μέσα από τις συνήθειες και τις συμπεριφορές των ανθρώπων κάθε τάξης, αλλά κυρίως των λογοτεχνών. Ο έρωτας του Μαιτρ και της Μαργαρίτας. Η κάθοδος του Σατανά στη γη. Και … ο Πόντιος Πιλάτος.




Στο πρώτο θέμα που αποτελεί και το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου χρησιμοποιεί τη σάτιρα, εύστοχα πολλές φορές, δημιουργώντας τελικά ένα επικαιρικό ή και καταγγελτικό κείμενο, καταπιανώμενος με θέματα και που γνώριζε εκ των έσω και είχε ξαναγράψει και παλιότερα (π.χ. το θεατρικό του έργο Η Ερυθρά Νήσος). Η Μαργαρίτα θα έκανε τα πάντα για να ξανάβλεπε τον Μαιτρ της. Ως και να πουλήσει την ψυχή της στο Διάβολο, ο οποίος στην περιοδεία του επί γης, εκείνες τις μέρες βρέθηκε και στην «άθεη» Μόσχα, για να διασκεδάσει και να ανακατέψει λίγο τους κατοίκους της. Και τα δύο αυτά θέματα είναι μάλλον άνευρα, ο έρωτας της Μαργαρίτας δεν αναδεικνύεται έτσι ώστε να πείσει η επικείμενη σύνδεσή της με το Σατανά, και ο τελευταίος εμφανίζεται τελικά τόσο «καλός», -υπηρετεί κι αυτός με τη σειρά του τον αφέντη του-, τόσο στερεοτυπικά δομημένος και όμοιος με τον αντίστοιχο στον Φάουστ του Γκαίτε, ή αρκετά υπεράνω και αδιάφορος για τα πράγματα από ότι στο «Το χειρόγραφο του κύριου Σολοβάιδ» του Hauff. Γενικά μια ατολμία διατρέχει όλο το κείμενο που γίνεται τόσο φανερή στο «τέλος» του, όπου όλα επανέρχονται στην πρότερη ήρεμη τάξη. Είναι ο φόβος ή η αδυναμία του Μπουλγκάκοφ τελικά να προχωρήσει λίγο παραπέρα τα θέματά του και να δώσει εκείνα τα συστατικά που έκαναν τη Διαβολιάδα του 13-15 χρόνια νωρίτερα ξεχωριστή;

Τέλος, ο Πόντιος Πιλάτος – ένα μυθιστόρημα που έχει γράψει ο Μαιτρ και δεν δέχτηκαν οι συγγραφικοί κύκλοι να εκδώσουν: η αφήγηση της Σταύρωσης του Χριστού στο δεύτερο κεφάλαιο, είναι δείγμα αριστοτεχνικής γραφής από τον Μπουλγκάκοφ. Όμως και πάλι το όλο θέμα είναι ξεκάρφωτο στο σύνολο του βιβλίου. Ακόμα και αν ο Σατανάς έρχεται στην άθεη Μόσχα για να επιβεβαιώσει την παρουσία του ή την αλήθεια της ύπαρξής του, και ο Μαιτρ γράφει για ένα μυθιστόρημα για τον Πόντιο Πιλάτο μια περίοδο όπου όλα αυτά τα θρησκευτικά θέματα καταχωνιάζονται, μάλλον δεν αρκούν στο πλαίσιο που έχει χτίσει ο ίδιος ο συγγραφέας…




Ο Μπουλγκάκοφ φτιάχνει ένα αφήγημα ευχάριστο και ρέον που ο αναγνώστης θέλει να διαβάσει απνευστί, με τα καλύτερα υλικά που θα μπορούσε να έχει στην κουζίνα του, αλλά τελικά το αποτέλεσμα δεν ήταν ικανοποιητικό για μας τους λίγους που συναντηθήκαμε στο καφέ του ΒΟΞ αυτή τη φορά και το συζητήσαμε.



Δείτε κι εδώ:

http://cr.middlebury.edu/public/russian/Bulgakov/public_html/index.html

Κυριακή 26 Ιουλίου 2009

Αλεκσάνταρ Χέμον "Με το βλέμμα του Μπρούνο"

Το τελευταίο βιβλίο αυτής της χρονιάς ήταν μια συλλογή διηγημάτων του Αλεκσάνταρ Χέμον, ενός συγγραφέα, όχι πολύ γνωστού στην Ελλάδα (ή καθόλου γνωστού), που όμως χαίρει αποδοχής και εκτίμησης στο εξωτερικό. Ο Βόσνιος Αλεκσάνταρ Χέμον γεννήθηκε στο Σαράγεβο το 1964, ενώ απ’ το 1992, ζει μόνιμα στο Σικάγο.




Πέρα από το «Με το βλέμμα του Μπρούνο» που διαβάσαμε, στα ελληνικά κυκλοφορεί το μυθιστόρημά του «Ο άνθρωπος από το πουθενά», καθώς και ένα ακόμα διήγημά του στη συλλογή «Το βιβλίο του άλλου», που επιμελήθηκε η Ζέιντι Σμιθ.
Λογοτεχνικά και θεματικά το πρώτο του βιβλίο είναι καλύτερο. Διηγήματα μικρά ή μεγαλύτερα σε μέγεθος, όπου δεν διστάζει να αναμετρηθεί με τη φόρμα και να κερδίσει. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι τα θέματά του είναι τρία: α) το παρελθόν του- καταγωγή- βιώματα- εμπειρίες- παιδική ηλικία αλλά και η ιστορία του τόπου του, της Βοσνίας, οι πολιτικές εξελίξεις, κομουνισμός, η δολοφονία του γιουγκοσλάβου βασιλιά Αλέξανδρου το 1934 κ.λπ., β) ο πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία και οι συνέπειές του και γ) η μετανάστευσή του στις ΗΠΑ και οι εκεί δυσκολίες.



Ο Χέμον είναι συνεπής με τις ιστορίες του, τις έχει μελετήσει αρκετά ώστε να καταφέρει να μην πέσει στο μελό ή την αυτοαναφορικότητα, και μακριά από όποια ναρκισιστικά τερτίπια, δεν διστάζει να σατιρίσει εαυτόν και να παίξει ακόμα και με τ’ όνομά του. Αν και δεν συμφωνήσαμε όλοι σε αυτό, η απόσταση που υπάρχει (πιθανώς) από τον χρόνο των γεγονότων στο χρόνο της καταγραφής αυτών βοήθησε τον Χέμον να τις φιλτράρει και να τις προσφέρει καθαρό νερό. Οι ιστορίες του είναι σε γενικές γραμμές καλά δομημένες, αν και κάποτε χάνεται το κέντρο βάρους και ο πλατειασμός κάνει κάποια σημεία κουραστικά.
Ανάμεσα στα καλά κείμενα ενδιαφέρον παρουσιάζει η «Ευχάριστη κουβεντούλα» όπου καταπιάνεται με το (υποτιθέμενο) παρελθόν της οικογένειας των Χέμον, και το χτίσιμο της ιστορίας αυτών. Χέμον, Αίμων ή Δαίμων λοιπόν; Η «Χεμονιάδα» αυτή, που θα μπορούσε να ειδωθεί και σαν μια αναφορά στο παρελθόν των λαών της βαλκανικής χερσονήσου, μιλάει με τον πιο εύγλωττο τρόπο για την αντίστιξη του μύθου και της πραγματικότητας και πόσο τελικά αρεσκόμαστε στις «μυθολογίες».



«Με το βλέμμα του Μπρούνο» ο Χέμον μας έδωσε τροφή για πολύωρη συζήτηση, με θέματα όπως η μεταναστευτική λογοτεχνία, ή η αναζήτηση κοινής ρίζας ή βιωμάτων βαλκάνιων λογοτεχνών κ.ά.



καλό καλοκαίρι

Πέμπτη 14 Μαΐου 2009

Athens Fringe Festival 2009

Εκεί που η τέχνη συναντά τη δράση


“Το Fringe Festival είναι μια εκτεταμένη πολυσυλλεκτική καλλιτεχνική διοργάνωση η οποία αγκαλιάζει ελεύθερα όλες τις τέχνες και παραμένει στενά συνδεδεμένη με την πόλη που τη φιλοξενεί και τους πολίτες της. Ξεκίνησε από το Εδιμβούργοκάθε χρόνο συγκεντρώνει, περίπου για έναν μήνα, γύρω στους 2,5 εκατ. θεατές- και έκτοτε έχει υιοθετηθεί από διάφορες ευρωπαϊκές χώρες. Με μότο «Η Αθήνα μάς ανήκει», εφέτος διοργανώνεται για πρώτη φορά με κύριο υπεύθυνο τονΓιώργο Νέρη . Με επίκεντρο την Τεχνόπολη θα απλώνεται σε μια ακτίνα δέκα μικρότερων «κομητών»: από το Μικρό Πολυτεχνείο ως το μπαρ Βoozeόπου και συστήθηκαν την περασμένη Πέμπτη στους δημοσιογράφους οι διοργανωτές και ορισμένοι από τους συνεργαζόμενους καλλιτέχνες” ( http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=4&artId=263781&dt=14/04/2009 )



Η Λέσχη Aνάγνωσης ΜΕ.Λ.ΟΜΑ θα συμμετάσχει στο Athens Fringe Festival 2009 με ανοικτές λέσχες ανάγνωσης.

«Η λειτουργία της Λέσχης Ανάγνωσης ΜΕ.Λ.ΟΜΑ μας επέτρεψε να μοιραστούμε την αγάπη μας για την ανάγνωση και τη λογοτεχνία, να γνωρίσουμε κείμενα και ανθρώπους και να περάσουμε πολλές όμορφες στιγμές. Επιθυμία μας είναι να πολλαπλασιάσουμε τις όμορφες στιγμές στη ζωή μας και να μεταδώσουμε την αγάπη μας για την ανάγνωση και τη συζήτηση της λογοτεχνίας και σε περισσότερους άλλους.

Η πρότασή μας για το Fringe Festival έχει να κάνει με λέσχες που θα λειτουργήσουν κατά τρόπο παρόμοιο με τη Λέσχη Ανάγνωσης ΜΕ.Λ.ΟΜΑ. Στο πρόγραμμα του φεστιβάλ θα έχουν ανακοινωθεί τα κείμενα που θα συζητηθούν, έτσι ώστε οι συμμετέχοντες να έχουν τη δυνατότητα να το διαβάσουν πριν από την προκαθορισμένη ημερομηνία συνάντησης και συζήτησης. Οι συμμετέχοντες θα έχουν δηλώσει τη συμμετοχή τους πριν από την πραγματοποίηση της εκάστοτε λέσχης».
Σε επόμενο post θα ανέβουν και τα βιβλία που προτείνει προς ανάγνωση η Λέσχη Ανάγνωσης ΜΕ.Λ.ΟΜΑ
Οι φωτογραφίες απ' την παρουσίαση κάποιων ομάδων στο Booze (9/4/09)

Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2009

Λάρισα, 22/1/09


Την περασμένη Πέμπτη παραβρεθήκαμε σε μια εκδήλωση στη Λάρισα για να υποστηρίξουμε και να χειροκροτήσουμε ένα απ’ τα πρώτα μέλη της ομάδας μας τη Χριστίνα Μπόγκα, η οποία έλαβε μέρος στον Πανθεσσαλικό διαγωνισμό ποιήματος-διηγήματος και κέρδισε το πρώτο βραβείο διηγήματος.
Να την υποστηρίξουμε γιατί αυτό έχει ανάγκη ένας νέος δημιουργός και να τη χειροκροτήσουμε γιατί το διήγημά της ήταν πολύ καλό (δεν γνωρίζω βέβαια τα άλλα – αλλά έχω κάθε δικαίωμα να μεροληπτώ).



Το διαγωνισμό είχε οργανώσει ο Πολιτιστικός Οργανισμός Δήμου Λαρισαίων και το περιοδικό Γραφή, Τετράδια Λογοτεχνίας. Υπήρχαν κάποια σαφώς οργανωτικά προβλήματα διαχείρισης του χρόνου της εκδήλωσης, μια δυσκαμψία συντονισμού: η επιτροπή «πρότεινε» τους νικητές αρχικά, ακολούθησε διάλειμμα με τη Γυναικεία Χορωδία της Λέσχης Φιλόμουσων (η οποία ήταν πολύ καλή) και ακολούθησε η βράβευση.
Από την κριτική επιτροπή ξεχωρίζω την Γιολάντα Πατεράκη (γενική γραμματέα της «Εθνικής Εταιρείας των Ελλήνων Λογοτεχνών» http://www.eeths.gr/full_product1.php?prod_id=ektakta_124&page=2), της οποίας η σεμνή παρουσία και η στιβαρότητα της μορφής πρόσφερε μια κάποια εγγύηση. Τους υπόλοιπους δεν τους γνώριζα (ποιοι ήταν και σχόλια για την εκδήλωση μπορείτε να δείτε και στο blog του περιοδικού Γραφή http://graphi-larissa.blogspot.com/) αλλά δεν σχημάτισα και την τρομερή εικόνα…



Απ’ τα λεγόμενα των διοργανωτών η συμμετοχή στο διαγωνισμό ήταν αρκετά μεγάλη (κάποιες εκατοντάδες ποιήματα, λιγότερα διηγήματα), αλλά διατηρώ αμφιβολίες για το ποιοτικό αποτέλεσμα κυρίως στο κομμάτι της ποίησης, (αν είναι αυτό που μετράει) κρίνοντας απ’ τα τρία βραβευθέντα ποιήματα που διαβάστηκαν από ηθοποιούς.
Το περιοδικό Γραφή απ’ την άλλη έχει μια πολύ καλή πορεία (δείτε το blog του να πάρετε μια γεύση, το τελευταίο του τεύχος είναι αφιερωμένο στον Μ. Καραγάτση), ποντάροντας σε μια υψηλή αξιολόγηση.



Νομίζω ότι απ’ όσα μπορώ να καταλάβω αναγνωρίζω δύο στοιχεία σε όλη αυτήν την προσπάθεια του διαγωνισμού: Το πρώτο είναι αρνητικό και θα το πω με ένα παράδειγμα: όταν σπούδαζα στα Γιάννενα, παρακολούθησα μια έκθεση ζωγραφικής (Ελλήνων καλλιτεχνών όχι όμως μόνο Ιωαννιτών). Την αφίσα της έκθεσης είχε επιλεχθεί να κοσμήσει ένας πίνακας με έναν βοσκό που έπαιζε τη φλογέρα του…
Το δεύτερο στοιχείο είναι ότι αυτός ο περιορισμένος χώρος δράσης-αντίδρασης, μικρής εμβέλειας, επαρχιακός εν γένει, ίσως καθιστά την όλη οργάνωση πιο «αθώα». Ίσως δηλαδή να προστατεύεται και όλο αυτό με το να κρατιέται έξω απ’ τα πράγματα. Δεν ξέρω αν είναι καλό, αν είναι συντηρητικό, οπισθοδρομικό, αλλά έχει μια, κουρασμένη βέβαια, αυθεντικότητα.


Σίγουρα από μια εκδήλωση που παρακολούθησα δεν μπορώ να βγάλω ασφαλή συμπεράσματα για το τι γίνεται ή όχι σε μια πόλη, νομό κ.λπ. κ.λπ.. Και το λέω γιατί σίγουρα γίνονται φιλότιμες προσπάθειες. Η Άννα-booklover για παράδειγμα ζει στη Λάρισα, και, αν και δεν καταφέραμε να πούμε πολλά πράγματα, έδειχνε πολύ ικανοποιημένη και ευχαριστημένη. Να προσθέσω και το free press YourCity (http://www.your-city.gr/index.php) του φίλου Γιάννη Αντάμη ή την οργάνωση των λεσχών ανάγνωσης του Βόλου από τον Ακρίβο.


Αναμφίβολα, ένας διαγωνισμός μπορεί να βάλει κάποιους ανθρώπους σε μια «καλλιτεχνική» τροχιά, ίσως δηλαδή τους δώσει ώθηση να γνωρίσουν βαθύτερα κάποια πράγματα, ίσως, ίσως, ίσως… (Δεν αναιρούνται πάντως αυτά που έχουμε υποστηρίξει ως Λέσχη Ανάγνωσης ΜΕΛΟΜΑ για το Βραβείο Αναγνωστών… για το οποίο ευτυχώς – ευκαιρίας δοθείσης – δεν λάβαμε μέρος…)

Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2009

Μια ιστορία με κοκαϊνη

Ρωσία, αρχές του 20ου αιώνα. Ο άγνωστος Αγκέεφ γράφει ένα μικρό διαμαντάκι καταγράφοντας την εσωτερική αδυναμία του ήρωά του, Βαντίμ Μασλένικοφ, να ελέγξει τον κόσμο του και να ενταχθεί σ’ αυτόν. Ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος και η επανάσταση των Μπολσεβίκων περνούν ξυστά αλλά δεν τον αγγίζουν. Αυτός εξακολουθεί να παραδέρνεται, απ’ όποιο ρόλο κι αν έχει – του δυνατού της τάξης, του ερωτευμένου νέου, του χρήστη κοκαΐνης – απ’ το «μίσος» του για την ίδια του τη μητέρα, στην αδυναμία του να δώσει αγάπη, για να παραδοθεί τελικά στον κόσμο της κοκαΐνης.




Ποιο είναι το κεντρικό θέμα του βιβλίου; Η πτώση του στα ναρκωτικά ή η σχέση του με τη μητέρα του τελικά; Και ο τίτλος; Το τέλος; Είναι αυτοβιογραφικό;
Ακούστηκαν πάρα πολλά τη Δευτέρα, στο πολυχώρο του Μεταίχμιου, οι οπτικές της ψυχανάλυσης και της ερμηνείας αυτών ήταν όμως που κυριάρχησαν.
Λογοτεχνικά ενταγμένος στη μεγάλη παράδοση – απ’ όπου σαφώς έχει επηρεαστεί – των ρώσων δημιουργών, με στοιχεία ωστόσο προοδευτικά – στη δομή, στη γλώσσα – ο Αγκέεφ δημιουργεί ένα κείμενο που σίγουρα δημιουργεί πολλά περισσότερα ερωτήματα απ’ αυτά που λύνει. Άριστος γνώστης της εποχής του, με τρομερή αντιληπτική ικανότητα και οξύνοια μοιάζει να δημιουργεί ένα κείμενο γύρω απ’ τον άξονα του ήρωα, ενός ήρωα όμως που η υπόστασή του ορίζεται και διαμορφώνεται απ’ τον περίγυρό του.




Ο Αγκέεφ δεν άφησε κανένα άλλο κείμενο ενώ κι οι πληροφορίες που έχουμε γιαυτόν είναι λιγοστές και αντικρουόμενες (κρίνοντας και απ’ τους προλόγους των δύο διαφορετικών εκδόσεων στην ελληνική γλώσσα!!!) …

Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2008

Από την Έρση στην κυρία Έρση

Σίγουρα καλοκαίρι. Κι όμως Νοέμβρης. Στο αίθριο των εκδόσεων Μεταίχμιο. Σαν καλοκαιρινές διακοπές. Με γλυκίσματα, καφέ και μπόλικα ποτήρια νερό. Σαν να είχαμε πάει σ’ ένα πικ-νικ; Ή μήπως σε μια παραλία; Όχι, όχι απαραιτήτως για να κολυμπήσουμε, αλλά για να ρεμβάσουμε τη θάλασσα και ν’ απολαύσουμε ένα ειδυλλιακό ηλιοβασίλεμα... Τι λέω;
Κάπως έτσι ή καθόλου έτσι; Ακατανόητο ή και αδιάφορο;



Στα χέρια μας κρατούσαμε δύο βιβλία, που μερικοί προλάβαμε να τα διαβάσουμε και μερικοί όχι: την Έρση του Δροσίνη και το μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης του Πεντζίκη. Από πού να ξεκινήσει κανείς;

Από τη μια ο Δροσίνης: Ο Δροσίνης και η εποχή του. Ο Δροσίνης χωρίς την εποχή του. Αν όχι αυτό, αν όχι το άλλο, ίσως εκείνο, ίσως και το άλλο. Μας άρεσε; Αναγνώριση εξιδανίκευσης του ζευγαριού, χρήση πολλών και διαφορετικών στοιχείων, πολλά θέματα - κοινωνικές τάξεις, αρχαιολογία - δειλές τόλμες – αστυνομικό, μεταφυσική, καρικατούρες οι δευτερεύοντες χαρακτήρες. Και άλλα που αδυνατώ να θυμηθώ. Ήταν μια κακή στιγμή του; Ήθελε να επαναλάβει το πολυμεταφρασμένο και αναγνωρισμένο βιβλίο του Αμαρυλλίς; Κενό…


Από την άλλη ο Πεντζίκης. Ένα τεράστιο κείμενο. Ογκώδες. Στα όρια του μοντερνισμού. Επιρροές, συγγένειες, αναφορές. Διαβάζεται; Έχει νόημα να διαβαστεί σήμερα; Σε ποιους απευθυνόταν τότε; Σήμερα; Γιατί; Αν ήταν πιο μικρό μήπως ήταν πιο 1.2.3…; Γιατί τέτοια ερωτήματα; Γιατί κάποια κείμενα που έχουν μια σημαντική θέση στη γραμματεία δεν μπορούν να διαβαστούν ή δεν διαβάζονται; Φταίνε οι αναγνώστες; Υπάρχει τρίγωνο: Συγγραφέας-κείμενο-αναγνώστης; Πρέπει να υπάρχει; Ενδιαφέρει τον συγγραφέα; Αρκεί το παιχνίδι των λέξεων; Αρκεί η ιστορική ανάμνηση ή η καταγραφή της ανθρώπινης συνείδησης;
Δεκάδες ερωτήματα… καμία απάντηση…

Τέλος, γιατί ο Πεντζίκης επέλεξε να «διασκευάσει» την Έρση του Δροσίνη; Μήπως θέλησε να παίξει; Να την υπονομεύσει; Μήπως σήμερα είμαστε πιο καχύποπτοι; Αλλά υπάρχει εποχή αθωότητας στη λογοτεχνία;


Πολλά ερωτήματα, ελάχιστες απαντήσεις, εκεί στο αίθριο, ανάμεσα στις πολυκατοικίες, παρέα με την αγελάδα απ’ το cow parade…

Κυριακή 26 Οκτωβρίου 2008

Πατρίκ Μοντιανό: Στο café της χαμένης νιότης

Ποια είναι η Λουκί ή η σπουδάστρια ή η κατά κόσμον Ζακλίν Ντελάνκ σύζυγος του Ζαν-Πιερ Σουρό;




Ο Μοντιανό δίνει λόγο σε όλους όσοι τη γνώρισαν, μα ελάχιστα την ήξεραν πραγματικά: έναν φοιτητή που σύχναζε στο ίδιο με αυτήν καφέ, έναν ιδιωτικό ντετέκτιβ που την αναζητά κατά παραγγελία του συζύγου της, έναν εκκολαπτόμενο συγγραφέα και τελευταίο εραστή της, ενώ και η ίδια η Ζακλίν αφηγείται ένα μέρος της ζωής της. Παράλληλα απ’ το προσκήνιο περνούν και άλλοι χαρακτήρες που σκιαγραφούν το χαρακτήρα της, η μητέρα της που δούλευε στο Μουλέν Ρουζ, ο στοργικός αστυνομικός, η Ζανέτ Γκολ ή Νεκροκεφαλή που τη μυεί στον αιθέρα και ο Γκι ντε Βερ, προσωποποίηση του συγγραφέα, που χτίζει ή διαμορφώνει το χαρακτήρα της προτείνοντάς της βιβλία προς ανάγνωση.




Βρισκόμαστε στη δεκαετία του ’60, στις γειτονιές του Παρισιού, εκεί που «υπήρχαν μεταβατικές ζώνες, no man’s land, όπου ήσουν στο περιθώριο των πάντων, σε εκκρεμότητα, περαστικός». Στα 15 της η Ζακλίν συλλαμβάνεται δύο φορές για αλητεία ανηλίκου. Τι αναζητά και βγαίνει στο δρόμο; Είναι η φυγή της από ένα πλαίσιο ή η μετάβαση από μια ζωή σε μια άλλη; Μήπως η αδυναμία της να ωριμάσει; «Πίστευα ότι έπρεπε να σκληρύνω, να παλέψω με τον εαυτό μου, να προσπαθήσω να αυτοελεγχθώ» για να καταλήξει λίγο μετά «υπολόγιζα πολύ στις γνωριμίες που θα έκανα και που θα έβαζαν ένα τέρμα στη μοναξιά μου»…




Η Ζακλίν είναι μια γυναίκα ουσιαστικά χωρίς ταυτότητα που δεν νοιάζεται ποιο όνομα θα τη χαρακτηρίζει – Λουκί, σπουδάστρια, Ντελάνκ ή Σουρό – ψηλαφίζει το παρελθόν της, ανατρέχοντας στη μνήμη που προσπαθεί να αποβάλλει και να καταστρέψει. «Όταν όλα καταγράφονται ξεκάθαρα, αυτό σημαίνει ότι όλα έχουν τελειώσει, όπως στα μνήματα όπου είναι χαραγμένα ονόματα και ημερομηνίες» βιώνοντας τη θλίψη και τη μελαγχολία που της επιφέρει το οριοθετημένο πλαίσιο και όσα αυτό συνεπάγεται – η υποτυπώδης ασφάλεια της μητέρας στην αρχή, του συζύγου στη συνέχεια, του εραστή εν τέλει – ένα πλαίσιο που λειτουργεί μεν βασανιστικά σαν λαιμητόμος αλλά και που χωρίς αυτό δεν μπορεί τελικά να επιβιώσει. Στα διαλείμματα της ζωής της ή στις μεταβάσεις από τη μια σχέση στην άλλη βρίσκει καταφύγιο σε αβέβαιες σχέσεις εξάρτησης τη μια με τη Ζανέτ Γκολ και τον περίεργο κύριο Μοσελινί, την άλλη με μια λογοτεχνική παρέα στο café Condé, περιπλανώμενη πάντα στις Ουδέτερες Ζώνες του Παρισιού όντας στην ουσία απούσα. Ή μήπως μποέμ, αναρωτιέται ο αφηγητής; «Μποέμ: άτομο που διάγει ζωή περιπλανώμενη, χωρίς κανόνες και χωρίς έγνοιες για το αύριο. Να ένας ορισμός που ταίριαζε απόλυτα σε όσους και όσες σύχναζαν στο Condé», λέει ο Μοντιανό. Όμως η Ζακλίν δεν είναι μποέμ…




«Σ’ αυτή τη ζωή που καμιά φορά μας φαίνεται σαν χερσότοπος χωρίς κατευθυντήριες πινακίδες, ανάμεσα σ’ όλες αυτές τις γραμμές φυγής και τους χαμένους ορίζοντες, πολύ θα θέλαμε να βρούμε σημεία αναφοράς, να καταστρώσουμε κάτι σαν κτηματολόγιο, για να μην έχουμε πια την εντύπωση ότι αρμενίζουμε ακυβέρνητοι. Οπότε, δημιουργούμε δεσμούς, προσπαθώντας να σταθεροποιήσουμε ριψοκίνδυνες γνωριμίες» λέει ο ιδιωτικός ντετέκτιβ που την αναζητά.

Αυτό είναι όμως μόνο η Ζακλίν; Στο café Condé εμφανίζεται κουβαλώντας «ένα βιβλίο τσέπης, με βρόμικο εξώφυλλο, απ’ αυτά που τ’ αγοράζεις μισοτιμής στα παλαιοπωλεία του Σηκουάνα», που της έχει δώσει ο Γκι ντε Βερ. Το βιβλίο είναι «ο Χαμένος ορίζοντας» του Τζέιμς Χίλτον (1933).




Διαβάζοντας μια κριτική του Μ. Πανώριου για τον Χαμένο Ορίζοντα στη Βιβλιοθήκη το 2002 (http://www.enet.gr/online/online_issues?pid=51&dt=10/05/2002&id=98354632), νιώθω σαν να περιγράφεται η στάση της ίδιας της Ζακλίν:
Η «φυγή από την πραγματικότητα», παρ' όλο που θεωρείται παρεξηγημένα συνειδητή πράξη εθελοτυφλίας απέναντι στα καθημερινά προβλήματα της ζωής, δεν είναι καθόλου τέτοια. Στην ουσία, είναι μια βαθύτατα υπαρξιακή στάση-αντίδραση σε ένα ορισμένο κοινωνικοπολιτικό σύστημα, στις φιλοσοφικές και θρησκευτικές δομές του οποίου ο άνθρωπος κινδυνεύει να χάσει τον εαυτό του. Τότε, έχοντας συνειδητοποιήσει ότι η Ιστορία γράφεται από τις διάφορες εξουσίες και, κυρίως, ακούγοντας τον ήχο του επερχόμενου μέλλοντος, «αναχωρεί», είτε στο εσωτερικό είτε στο εξωτερικό του εαυτού του -είναι και αυτή η απόφαση μια μορφή αγώνα, ίσως η σωστότερη και αποτελεσματικότερη-, προσπαθώντας έτσι να διαφυλάξει και να περισώσει μέσα του το μεγαλείο και την ομορφιά του ανθρώπου και της φύσης, γεγονός που παίρνει μάλιστα τις διαστάσεις αυτοθυσίας μπροστά στη διαπιστωμένη έλευση ενός νέου εφιαλτικού Αρμαγεδδώνα.




Όμως ο Μοντιανό δεν μένει εδώ, το δεύτερο βιβλίο που βάζει να της προτείνει ο Γκι ντε Βερ είναι η «Λουίζ του Κενού – Ο θρίαμβος της φτώχειας και των ταπεινώσεων» του Jean Maillard (1713), θολώνοντας πλέον τα νερά για την ψυχική κατάσταση της Ζακλίν, προοικονομώντας έτσι και το τέλος της. Η Louise de Bellère du Tronchay ήταν μία αριστοκράτισσα, με μοναδική χάρη, μέχρι που στα 35 της έπαθε μια κρίση, κάτι ανάμεσα σε τρέλα και μυστικιστική κλίση, και μέσα από την άσκηση αφοσίωσης και το βάθος της αναφοράς της στον Θεό, γίνεται παράδειγμα προσωπικής ανιδιοτέλειας και μυστικιστικής έκλαμψης (http://www.lekti-ecriture.com/editeurs/louise-du-neant.html).




Η Ζακλίν Ντελάνγκ, ή Λουκί, ή η σπουδάστρια, ή απλώς σύζυγος του Ζαν-Πιερ Σουρό είναι απλώς γοητευτική.

Τρίτη 14 Οκτωβρίου 2008

Πλάτων Ροδοκανάκης: Το βυσσινί τριαντάφυλλο

Κάποιους μήνες τώρα με γυροφέρνει «Το βυσσινί τριαντάφυλλο» (Β.Τ.) του Πλάτωνα Ροδοκανάκη. Δεν ξέρω το λόγο. Πρώτα είδα την θεατρική διασκευή του ομώνυμου διηγήματος από την ομάδα «Όχι παίζουμε», μετά έψαξα και διάβασα το γραπτό κείμενο και τέλος αναζήτησα την ιστορία του διηγήματος αυτού.



Το 1909 ο Ροδοκανάκης άρχισε να εκδίδει σε αποσπάσματα το Β.Τ. στην εφημερίδα Ακρόπολις. Ο συγγραφέας Κωνσταντίνος Χρηστομάνος τον κατηγόρησε ότι αντέγραφε τον άκρατο συναισθηματισμό και τη χλιδή του ύφους του έργου του το Βιβλίο της Αυτοκράτειρας Ελισάβετ. «Ο Ροδοκανάκης επέμενε πως ήταν ο Χρηστομάνος που τον αντέγραφε, πως το θεατρικό έργο Τα τρία φιλιά του Χρηστομάνου ήταν αντιγραφή από το Β.Τ.». Η κατάληξη ήταν ο Χρηστομάνος να πάει στα δικαστήρια τον Ροδοκανάκη «επί δυσφημίσει». Ο Κωστής Παλαμάς ήταν εκείνος που τελικά τον έσωσε «καταθέτοντας πως κατηγορία λογοκλοπής, έστω και αν υπάρχει κάποια μίμηση ή επιρροή, δεν μπορεί να σταθεί».
Και να σημειωθεί πως και οι δυο εστέτ της εποχής ανήκαν στην ίδια λογοτεχνική παρέα και κρούσματα αντιγραφής είχαν υπάρξει και παλιότερα με Το φλογισμένο ράσο του Ροδοκανάκη όπου ο τίτλος προερχόταν από έργο του Χρηστομάνου…
Αυτή είναι η πρώτη ιστορία που σέρνει το Β.Τ. Η δεύτερη έχει να κάνει με έναν άλλο συγγραφέα της παρέας, τον Περικλή Γιαννόπουλο, ο οποίος αυτοκτόνησε στον Σκαραμαγκά κατά τον τρόπο που αυτοκτονούν οι δυο ήρωες στο Β.Τ. …


"Ο Πλάτων Ροδοκανάκης τοποθετείται χρονικά στο τέλος της λεγόμενης λογοτεχνικής γενιάς του 1880. Η γραφή του κινείται στα πλαίσια του αισθητισμού, με αναφορές στο έργο του Όσκαρ Ουάιλντ, του Ντ’ Αννούντσιο, του πρώιμου Νίκου Καζαντζάκη, του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου και τη φιλοσοφία του Φρειδερίκου Νίτσε". (http://www.lemoni.gr/shop/author.asp?ID=18758). Ο Παλαμάς, σε κριτική του που δημοσιεύεται στη συλλογή διηγημάτων του Ροδοκανάκη, όπου και το Β.Τ., αναφέρει «Στο Β.Τ. βρίσκετε στοιχεία από τη ζωή, το σχέδιο μιας ιστορίας, κάτι σαν ψυχολογική ανάλυση, κάποιο δράμα, κάτι σα χαρακτήρες, λίγη ειρωνεία, λίγη φιλοσοφία, ξέρω κ’ εγώ τι. Μα το ξεδιακριτικό του γνώρισμα είναι το εγώ του συγγραφέα που δεν περιγράφει τη ζωή, πιστά ή άπιστα, μα την ερμηνεύει, ντύνοντάς τηνε, μεταμορφώνοντας, σχεδόν παραμορφώνοντας, μέσα στα πλατιά, πολύπτυχα, αρχοντικά, και κάποτε αποκριάτικα φορέματα του λυρισμού…».



Δεν ξέρω ποιο κείμενο είχε υπόψη του ο Παλαμάς. Στο πρόλογο του βιβλίου το Β.Τ. ο Ροδοκανάκης αναφέρει «Το έργο, όπως βγαίνει τώρα, είναι κάπως διαφορετικό από κείνο που είχε γραφεί». Έχει κάνει αλλαγές, έχει κόψει ολόκληρα κομμάτια «για λόγους τέχνης» και «για να σβηστή κάθε γραμμή ομοιότητας» κ.λπ. κ.λπ. που παραδίδουν ένα κείμενο σμπαραλιασμένο και μάλλον αδιάφορο.



Και ερχόμαστε στο σήμερα. Μια ομάδα αποφασίζει να ξανα-ανακαλύψει τον Ροδοκανάκη και το Β.Τ. για τους δικούς της λόγους «Η δράση οργανώνεται με αφορμή τα 100 χρόνια από την πρώτη και μοιραία ανάγνωση, σε στενό λογοτεχνικό κύκλο, του έργου Το Βυσσινί Τριαντάφυλλο του μυστηριώδους λογοτέχνη. Μοιραία ανάγνωση διότι οδήγησε τον Π. Γιαννόπουλο να εμπνευστεί τον τρόπο της αυτοκτονίας του, έσπρωξε τον Κ. Χρηστομάνο στα δικαστήρια, εισήγαγε τον νεαρό Πλάτωνα στα πιο σημαντικά λογοτεχνικά σαλόνια της εποχής και επικύρωσε το καθαρόαιμο της μυστικιστικής – βυζαντινής του καταγωγής.»



Σήμερα αν ξανασυστήναμε το Ροδοκανάκη, για ποιο λόγο θα το κάναμε; Εγώ θα έλεγα για το εκπληκτικό του χιούμορ, ένα υποδόριο χιούμορ που αφήνεται ξαφνικά να πλημμυρίσει τον κόσμο που φτιάχνει. Και νομίζω ότι τα υπόλοιπα διηγήματα της συλλογής του Β.Τ. αδικούνται απ’ την ιστορία που σέρνει το ομώνυμο κείμενο.


Ίσως δίκαια θεωρείται ως ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της σχολής του ελληνικού αισθητισμού, όμως υπάρχουν ακόμα πολλές πτυχές του έργου του που όπως φαίνεται δεν έχουν καλά καλά αποκαλυφθεί [Ένας συγγραφέας που θα μπορούσε να θεωρηθεί πρόδρομος των υπερρεαλιστών μας, Νάσος Βαγενάς http://www.sarantakos.com/kibwtos/rodokanakhs_maxaragias.html ]



[στοιχεία αντλήθηκαν από: Πέτρου Χαρτοκόλλη Ο αυτόχειρας του Σκαραμαγκά, Σύλλογος προς διάδοσιν ωφελίμων βιβλίων, Αθήναι 2007
Πλάτων Ροδοκανάκης Το βυσσινί τριαντάφυλλο, Εκδόσεις Νεφέλη 1988
Και τα liks που αναφέρονται μέσα στο κείμενο]

Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2008

Ο Δημοσθένης Βουτυράς στο "Φαρφουλά"

Διάβασα αυτές τις μέρες το καλαίσθητο λογοτεχνικό περιοδικό «Φαρφουλάς» με αφιέρωμα στο Δημοσθένη Βουτυρά, 50 χρόνια μετά το θάνατό του (1872-1958).




Στάθηκα κυρίως στη συνέντευξη που έδωσαν ο Βάσιας Τσοκόπουλος, επιμελητής των Απάντων του Βουτυρά (μέχρι τώρα έχουν εκδοθεί 5 τόμοι με διηγήματα του Βουτυρά και κριτικά κείμενα πάνω στο έργο του συγγραφέα, ετοιμάζεται ο 6ος, ενώ υπολογίζεται ότι οι τόμοι θα φτάσουν τους 14) και ο Διαμαντής Καράβολας, εκδότης του «Φαρφουλά» (το όνομα Φαρφουλάς προέρχεται από διήγημα του Βουτυρά), στον Νίκο Αξαρλή στο Κανάλι Ένα του Πειραιά.



Ο Καράβολας εντάσσει το έργο του συγγραφέα σε ένα αιρετικό ρεύμα στο σώμα της ελληνικής λογοτεχνίας, με πολλά στοιχεία νεωτερικά, 30 χρόνια δηλαδή νωρίτερα απ’ τη γενιά του ’30, με τον Στρατή Τσίρκα πρώτο και το Στυλιανό Αλεξίου στην συνέχεια να μιλούν για τον μοντερνισμό του. Ο Τσοκόπουλος αναφέρει τα κύρια χαρακτηριστικά στο έργο του Βουτυρά, τις δυνατές εικόνες περιγραφής, τη μουσικότητα, τον αισθητισμό του, την ιδιαίτερη στράτευσή του (ως έργο διαμαρτυρίας), ένα έργο που είχε μεγάλη απήχηση «στα πιο δυναμικά κομμάτια του κοινού, στους νέους, τους πάροικους κλ.π.».
Σκέφτομαι αν ο Βουτυράς ξεχάστηκε ή ξεπεράστηκε; Αν ξεπεράστηκε εμείς σήμερα δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα άλλο απ’ το να τον μνημονεύουμε ως μέρος της παραγωγής του 20ου αι.. Αν ξεχάστηκε τότε μήπως αυτό οφείλεται και στο γεγονός ότι δεν βρέθηκε νωρίτερα ένας επιμελητής, ένας θεωρητικός να γράψει μια συνθετική μελέτη για το έργο του; Και το λέω γνωρίζοντας τα ζεύγη Ρίτσος/Προκοπάκη, Τσίρκας/Προκοπάκη, Αλεξάνδρου/Ραυτόπουλος κ.λπ..

Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 2008

Το τετραγωνικό


"Νομίζω πως ένα τετραγωνικό σου αρκεί" ο τίτλος. Παρουσίαση κειμένων του εργαστηρίου θεατρικής γραφής σε μορφή ζωντανού αναλογίου με ηθοποιούς του studio Νάμα, ο υπότιτλος.

Οι φοιτητές του εργαστηρίου θεατρικής γραφής στο θέατρο Επί Κολωνώ θα δουν τα κείμενά τους να παίζονται. Ο δάσκαλός τους, ο Ανδρέας Φλουράκης, στο πρόγραμμα της παράστασης τονίζει "πως ένας νέος συγγραφέας αποκτά πραγματική ευθύνη των γραπτών του μόνο όταν παρουσιάζονται ενώπιων θεατών".

19 λοιπόν φοιτητές της σχολής παρουσιάζουν τα κείμενά τους σε ένα σπονδυλωτό έργο, υπό τη σκηνοθεσία της Αλεξάνδρας Παυλίδου, τη δραματουργική επεξεργασία της Μαρίας Τρανού και την καλλιτεχνική επιμέλεια της Ελένης Σκότη. Στο φουαγιέ του θεάτρου Επί Κολωνώ, για δύο ακόμα τριήμερα (18-20/9 και 25-27/9/08 στις 21.30).


Πέρα από την υποστήριξή μας σε τέτοιες προσπάθειες, εμείς θα πάμε και για έναν ακόμα λόγο: για να παρακολουθήσουμε τις σκηνές "Η χαρουπιά" και "Φλερτ" της Θεώνης Δέδε και της Ανδρονίκης Μαστοράκη αντίστοιχα, δυο αγαπημένων μελών της ομάδας μας...
Εικόνα: Στέφανος Ρόκος, Ιφιγένεια 1999

Τρίτη 5 Αυγούστου 2008

Ντόρις Λέσινγκ, Το πέμπτο παιδί

Δεν είχα διαβάσει Ντόρις Λέσινγκ. Την άκουσα κάποια στιγμή στην παρέα του ΜΕΛΟΜΑ, αλλά αδιαφόρησα. Την ξανάκουσα κι αργότερα με το νόμπελ αλλά και πάλι αδιαφόρησα. Μέχρι εχθές, οπότε και διάβασα «Το πέμπτο παιδί». Γραφή καθαρή, χωρίς στολίδια και καρικεύματα, μεστή και ουσιώδης, καίρια και αιχμηρή. Αφήγηση ρέουσα απ’ την αρχή ως το τέλος, χωρίς κενά, χωρίς κεφάλαια, χωρίς ενότητες, που σ’ αναγκάζει να ακολουθήσεις το ρυθμό της για να φτάσεις στο τέλος και να κλείσεις το βιβλίο παγωμένος και βουβός.

Η Χάριετ και ο Ντέιβιντ, δυο ξεχωριστοί άνθρωποι για τις συνήθειες της δεκαετίας του ’60, ονειρεύονται την ευτυχία σ’ ένα μεγάλο σπίτι με πολλά παιδιά. Το όνειρό τους παίρνει σάρκα και οστά στο τεράστιο «σαν ξενοδοχείο» σπιτικό, όπου συγκεντρώνεται όλο το σόι στις γιορτές των Χριστουγέννων, του Πάσχα, του καλοκαιριού. Μέχρι την έλευση του πέμπτου παιδιού. Ο Μπεν είναι διαφορετικός. Είναι αλλόκοτος, βίαιος, κακός. Η γαλήνη της οικογένειας ανατρέπεται και σταδιακά όλοι απομακρύνονται από κοντά τους. Συγγενείς και φίλοι πείθουν τελικά το ζευγάρι να κλείσουν τον Μπεν σ’ ένα ίδρυμα απ’ όπου δεν βγήκε ποτέ κανείς, όπου κανείς δεν αναζήτησε ποτέ κανέναν. «Όσοι παρατάνε εδώ τα παιδιά τους δεν έρχονται ύστερα να τα δουν».
Κι όμως η Χάριετ δεν αντέχει. Πηγαίνει και παίρνει πίσω τον Μπεν, βάζοντας οριστικά ταφόπλακα στην οικογενειακή της ευτυχία. Τα υπόλοιπα παιδιά εγκαταλείπουν σιγά-σιγά την πατρική εστία, ο ίδιος ο Ντέιβιντ απομακρύνεται από την Χάριετ.
Κι όμως εκείνη μόνη κι αβοήθητη, κι ας μισούσε το πέμπτο της παιδί που την τυράννησε όσο κανένα ήδη απ’ την κύηση, κι ας είχε ευχηθεί να το δει να πέφτει απ’ το παράθυρο, δεν μπορούσε να το εγκαταλείψει. Δεν μπορούσε να το σκοτώσει.
«Εντάξει, είπε νοερά στον αθέατο Ντέιβιντ, αλλά ξέρω πως θα ‘κανες κι εσύ το ίδιο, αν δεν το έκανα εγώ… Τέτοιοι άνθρωποι είμαστε και, καλώς ή κακώς, δεν μπορούμε ν’ αλλάξουμε.»






Στο πέμπτο παιδί δεν μπορούμε να μιλάμε μόνο για το σεβασμό του διαφορετικού. Στην ιστορία υπάρχει ένα ακόμα "άρρωστο" παιδί, που πάσχει από σύνδρομο Ντάουν και το οποίο ωστόσο περιβάλλεται από αγάπη και φροντίδα, κάτι που δεν συμβαίνει με τον Μπεν. Η Λέσινγκ επικεντρώνεται στον Μπεν που είναι επιπλέον αλλόκοτος, βίαιος, κακός, και καταφέρνει να τραβήξει τον αναγνώστη στην πλευρά της Χάριετ - και του Μπεν, όχι γιατί μιλά απλά για μια μάνα που δεν μπορεί να εγκαταλείψει το «διαφορετικό» παιδί της, αλλά γιατί μέσα από την Χάριετ αναδεικνύει τη χαμένη ανθρωπιά, ως ένα απύθμενο ψυχικό εργαλείο που δεν αδρανοποιείται ποτέ. Κι η ανθρωπιά αυτή είναι τυφλή, γιατί μόνο και μόνο δεν υπόκειται σε κανέναν (κοινωνικό) κανόνα. Ταυτιζόμαστε ή κατανοούμε πλήρως τους συγγενείς τους ή και τον Ντέιβιντ, που της λένε άσε τον Μπεν έχεις κι άλλα τέσσερα παιδιά και αυτά σε χρειάζονται, ή με τον Μπεν καταστρέφεις την οικογένειά σου, ίσως και να ακούγεται κάπου στο βάθος και η δική μας η φωνή που συνηγορεί μαζί τους, ναι κι εμείς το ίδιο θα κάναμε, θα το κλείναμε στο ίδρυμα, αλλά ξέρουμε τελικά ότι η εξέλιξη δεν θα μπορούσε να ήταν άλλη απ’ την απόφαση που πήρε η Χάριετ, κι ας ξέρει ότι ο Μπεν το πιο πιθανό είναι – αν δεν το έχει ήδη κάνει – να μπλεχτεί σε παράνομες ιστορίες… Το δέχεται, δεν κάνει τίποτα να τ’ αποτρέψει γιατί ξέρει ότι δεν μπορεί να προσφέρει τίποτα περισσότερο στον Μπεν, απ’ τη ζωή που του ‘χει προσφέρει ως τώρα. Η Χάριετ είναι εντάξει με τη συνείδησή της κι αυτό της αρκεί…

Η Λέσινγκ αφήνει τη Χάριετ να μιλήσει και να αναπτύξει την κοσμοθεωρία της. Δυο φορές ωστόσο ανοίγει την αφήγηση προς τον αναγνώστη. Στην πρώτη απευθύνεται στους γνώστες της αγγλικής κοινωνίας για το αγγλικό ταξικό σύστημα, αλλά αδυνατώ να καταλάβω το λόγο. Στη δεύτερη όμως, «όπως όλοι ξέρουμε…», αναφέρεται στις διαβαθμίσεις των μαθητών στα σχολεία και σε ποια κατηγορία ανήκει ο Μπεν, όχι για να κατατάξει ο αναγνώστης τα δικά του παιδιά, αλλά για να φέρει το θέμα του Μπεν και των ομοίων του ξεκάθαρα δίπλα μας. Η Λέσινγκ απλά μας κλείνει το μάτι…


Η ιστοσελίδα της Λέσινγκ: http://www.dorislessing.org/

Τετάρτη 23 Ιουλίου 2008

Ιστορία χωρίς τέλος, του Μίχαελ Έντε

Ο Μίχαελ Έντε και η «Ιστορία χωρίς τέλος» (Εκδόσεις Ψυχογιός) έρχονται το Σεπτέμβρη στη λέσχη ανάγνωσης του ΜΕΛΟΜΑ






«Ο ΜΙΧΑΕΛ ΕΝΤΕ γεννήθηκε το 1929. Ήταν γιος του σουρεαλιστή ζωγράφου Έντκγαρ Έντε. Ηθοποιός αρχικά, σκηνοθέτης και συγγραφέας κειμένων για καμπαρέ, γράφει στην τύχη, το 1957, ένα μεγάλο παιδικό βιβλίο για να ξεφύγει από τη σκιά της διδακτικής του Μπρεχτ. Απ’ αυτό προέρχονται τα δυο μυθιστορήματα Ο ΤΖΙΜ ΚΝΟΠΦ ΚΑΙ Ο ΟΔΗΓΟΣ ΤΗΣ ΑΤΜΟΜΗΧΑΝΗΣ (1960) και Ο ΤΖΙΜ ΚΝΟΠΦ ΚΑΙ ΟΙ ΑΓΡΙΟΙ 13 (1961). Το πρώτο παίρνει αμέσως το γερμανικό βραβείο παιδικού βιβλίου (Βιβλίου Νεότητας). Το 1973 εκδίδεται Η ΜΟΜΟ που παίρνει το ίδιο βραβείο. Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΧΩΡΙΣ ΤΕΛΟΣ εκδίδεται το φθινόπωρο του 1979 και βρίσκεται συνέχεια από το 1980 στη λίστα των μπεστ σέλερ. Ο Μίχαελ Έντε πήρε το βραβείο JANUSZ - KORCZAK το 1981 και το Διεθνές Βραβείο LORENZO IL MAGNIFICO το 1982. Επίσης, στο Ρέτζιο πήρε το σημαντικότερο ιταλικό βραβείο πολιτισμού, το BRONZI DI RIACE. Άλλα βιβλία του είναι Ο ΔΡΑΚΟΣ ΚΑΙ Η ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ, ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΩΝ ΣΑΛΤΙΜΠΑΓΚΩΝ, Η ΡΑΠΤΟΜΗΧΑΝΗ ΠΟΥ ΡΑΒΕΙ ΣΚΙΕΣ, ΦΑΝΤΑΣΙΑ, ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ, κ.α.»




πηγή: http://pedia.elogos.gr/index.php/Μίχαελ_Έντε


Οι πίνακες είναι του Έντκαρ Έντε: http://www.edgarende.de/Englisch/Home.htm

Σάββατο 12 Ιουλίου 2008

Καλό καλοκαίρι

Είναι πολύ σημαντικό να βρίσκεσαι με ανθρώπους που αγαπούν αυτό που αγαπάς κι εσύ. Είναι ακόμα πιο σημαντικό να αγωνιάς να έρθει εκείνη η πρώτη Δευτέρα του μήνα, να είσαι κατάκοπος απ’ τη δουλειά σου, και αντί να γυρνάς σπίτι για να ξεκουραστείς, αντί να πας μια βόλτα με το αίσθημα, αντ’ αυτού επιλέγεις να τρέξεις λίγο ακόμα, ν’ ανέβεις την Ιπποκράτους και να φτάσεις στο αίθριο των εκδόσεων Μεταίχμιο για να τους δεις όλους εκεί να σε περιμένουν: την Ανδρονίκη, το Γιάννη, το Δημήτρη, την Έφη, τη Θεώνη, την Κατερίνα, τη Μαίρη, τη Μάρθα, τη Μαρία, τη Μελίνα, τη Φλωρεντία…
Και τότε τα ξεχνάς όλα. Λες αϊ στο διάολο στη μιζέρια και τη βλακεία που σε πνίγουν, και ξαφνικά, ως δια μαγείας, σου περνάνε οι πονοκέφαλοι, οι φαγούρες, οι έγνοιες…





Θα το σταματήσω εδώ, από φόβο μήπως γίνω μελό…
[Καθώς ξαναδιαβάζω το κείμενο ως εδώ μου έρχεται στο μυαλό μου αυτό που γράφει ο Μουρσελάς στο ο πόθος καίει τα σωθικά κάπως έτσι: ενώ τη λογοτεχνία το μελό νομίζουμε, και το πιστεύουμε, την κάνει επιδερμική και ανάλαφρη, εντούτοις στη ζωή μας, πολλές φορές, παίρνει τόσο δραματικές διαστάσεις…]




Κλείνοντας, λοιπόν, τον χρόνο αυτόν, με την τελευταία συνάντηση για την Έρημη Χώρα του Έλιοτ, ο απολογισμός της λέσχης μόνο θετικός μπορεί να είναι, αφού καταρχήν μας έκανε πιο πλούσιους, αναφορικά με τις εικόνες, τις ηδονές, τις σκέψεις και τα ερωτήματα που μας γέννησαν τα βιβλία που επιλέξαμε να διαβάσουμε, και παράλληλα μας πρόσφερε πρωτόγνωρες εμπειρίες, όπως συνέβη μέσα απ’ τις δύο εκδηλώσεις που πραγματοποιήσαμε (για τις Ακυβέρνητες Πολιτείες η μία και για Το κιβώτιο η άλλη).



Καλό καλοκαίρι λοιπόν λέσχη. Θα τα πούμε ξανά το Σεπτέμβρη με μια Ιστορία χωρίς τέλος


Οι πίνακες είναι του Έντκαρ Έντε: http://www.edgarende.de/Englisch/Home.htm

Τρίτη 24 Ιουνίου 2008

Βραβείο Αναγνωστών και Λέσχες Ανάγνωσης




Το ΕΚΕΒΙ αν και ήδη από πέρυσι είχε διατυπώσει την ιδέα του για σύνδεση του Βραβείου Αναγνωστών με τις Λέσχες Ανάγνωσης (κατά την αναγγελία του νικητή του 2007, στην τηλεοπτική εκπομπή της Μπ. Τσουκαλά) επανήλθε στην Έκθεση Βιβλίου της Θεσσαλονίκης με την ίδια επιθυμία, αλλά χωρίς καμία ολοκληρωμένη πρόταση. Οι ίδιες οι λέσχες ανάγνωσης, πάλι, σίγουρα δεν είχαν φανταστεί μια τέτοια εξέλιξη, όπως συμπεραίνω από τις ερωτήσεις που διατυπώθηκαν στην Έκθεση. Αλλά δεν έχει και πολλή σημασία τελικά.



Το θέμα που συζητιέται αυτές τις μέρες και χαίρομαι για τις πρωτοβουλίες και του βιβλιοπωλείου Σύγχρονη Έκφραση (http://sigxroniekfrasi.blogspot.com/) και άπτεται των λεσχών ανάγνωσης είναι τα βιβλία που αυτές διαβάζουν, και αν υπάρχει το κατάλληλο υπόβαθρο για την επιλογή του καλύτερου, αντιπροσωπευτικότερου (;) βιβλίου.




Αντικειμενικά κριτήρια επιλογής ενός έργου τέχνης δεν υπάρχουν. Ποιος θέτει τα κριτήρια και με ποια κριτήρια αυτός θέτει τα κριτήρια; Τα ερωτήματα είναι πολλά, γνωστά και αναπάντητα. Επομένως και η επιλογή ενός βιβλίου (ή του βιβλίου της χρονιάς) είναι εξορισμού υποκειμενική. Αυτό βλέπουμε να συμβαίνει στους τοπικούς λογοτεχνικούς διαγωνισμούς, στα βραβεία λογοτεχνικών περιοδικών και εν τέλει στα ίδια τα Νόμπελ. Να πούμε απλά ότι «υπάρχουν πολλά πίσω από ένα βραβείο;» Βέβαια όλοι μπορούμε να μιλάμε για την απαξίωση του τάδε ή του συνόλου των βραβείων, αλλά όλα έχουν τελικά και ένα αντίκρισμα, που ελάχιστα αδιάφορους αφήνει τους ενδιαφερόμενους. Για τον συγγραφέα είναι η αύξηση των εσόδων του, για τον εκδοτικό οίκο αρκετή διαφήμιση.



Όταν το ΜΕΛΟΜΑ, ξεκίνησε τη λέσχη του με έναν μικρό πυρήνα 8 ανθρώπων, το πρώτο κείμενο που επέλεξε ήταν η Φόνισσα του Παπαδιαμάντη και όταν διευρύνθηκε το 2007 η Γυναίκα της Ζάκυθος, του Σολωμού. Από κει ταξιδέψαμε απ’ τον Τσίρκα ως τον Αλεξάνδρου κι απ’ το Φώκνερ ως τη Μόρισον. Τα ίδια τα άτομα λοιπόν (και όσα κουβαλούν) είναι αυτά που καθορίζουν το αναγνωστικό επίπεδο μιας λέσχης. Αν τώρα οι περισσότερες(;) λέσχες ανάγνωσης αποτελούνται από γυναίκες και αν αυτές διαβάζουν «βιβλία κομμωτηρίου» όπως εύστοχα σχολιάζει ο κακός μαθητής (http://badpupil.blogspot.com/), ας επιλέξουν αυτά τα βιβλία για το βραβείο αναγνωστών. Άλλωστε όπως φαίνεται οι γυναίκες είναι αυτές που διαβάζουν περισσότερο (http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_2_21/06/2008_274731) και μου είναι παντελώς αδιάφορο αν το Βραβείο Αναγνωστών του ΕΚΕΒΙ θεωρηθεί βραβείο Αναγνωστριών ή όπως αλλιώς. (με πρόλαβε πάντως πάλι η Σελλά πριν αναρτήσω το κειμενάκι μου http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_1_26/01/2008_256934).




Σημασία έχει, φυσικά, ότι δεν είμαστε πεπαιδευμένοι στη σωστή ανάγνωση, (ωραία το αναγνωρίζουμε, όπως και πολλά άλλα ακόμα) αλλά δεν υπάρχουν και προτάσεις για να προχωρήσουμε ένα βήμα πιο μπροστά. Και μήπως τελικά οι λέσχες είναι ένα «έτοιμο» ακροατήριο; Ο επόμενος στόχος μήπως είναι δηλαδή να εκπαιδευτούν οι λέσχες ανάγνωσης;

Δευτέρα 2 Ιουνίου 2008

Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης


Μεσημέρι Κυριακής 1ης Ιουνίου (καλό μήνα να 'χουμε). Είμαστε στη Θεσσαλονίκη, η Μαίρη και ο Γιάννης, και καθόμαστε σ' ένα καφέ δυο βήματα μακριά απ' τη Διεθνή Έκθεση.


Η Έκθεση βιβλίου δεν ήταν τελικά βαρετή.
Τα περίπτερα των εκδοτικών οίκων, το καθένα με τη δική του ξεχωριστή αισθητική, ήταν μοιρασμένα σε δυο αίθουσες χρωματισμένες από τα κόκκινα χαλιά που μας υποδέχονταν. Ο χώρος, γενικά, όχι πολύ μεγάλος, μπορούσαμε δηλαδή να τον περπατήσουμε χωρίς κούραση, και γρήγορα τον οικειοποιηθήκαμε... :)


Κυρίαρχος ο πεζός λόγος, που σημαίνει ότι πρώτον τριγύρω μας κυκλοφορούσαν δεκάδες πεζογράφοι, και δεύτερον οι εκδηλώσεις αφορούσαν κυρίως παρουσιάσεις μυθιστορημάτων -χωρίς να λείπουν εκδηλώσεις για τη φιλοσοφία ή την πολιτική κ.λπ., αλλά απουσίαζε η ποίηση.


Εμείς είχαμε ανέβει για να παραστούμε στις 3 εκδηλώσεις του ΕΚΕΒΙ για τις Λέσχες Ανάγνωσης. Ειπώθηκαν διάφορες απόψεις σχετικά με τη λειτουργία και τους στόχους τους, τέθηκαν ερωτήματα σχετικά με τον τρόπο που οι Λέσχες θα μπορούν να ψηφίζουν για το Βραβείο Αναγνωστών κ.λπ. κ.λπ.. Εμείς κυρίως πήραμε μια αίσθηση σχετικά με το τι κάνουν οι υπόλοιπες λέσχες και πως θα μπορούσαμε να βελτιώσουμε τη δική μας. Οι ανταλλαγές εμπειριών είναι εξ ορισμού μια ωφέλιμη διαδικασία.


Μια μικρή ένσταση: το να παρουσιάζονται βιβλία ή να στήνονται περίπτερα με τον ίδιο και απαράλλαχτο τρόπο εδώ και ... άπειρα χρόνια, αφαιρεί τη ζωντάνια που χρειάζονται τέτοιοι θεσμοί ώστε να γίνονται αληθινά ενδιαφέροντες. Σε μια εποχή υπερ-παραγωγής βιβλίων επιβάλλεται να βρεθεί τρόπος ώστε ο επισκέπτης να σταθεί δημιουργικά μπροστά στα βιβλία.


Ας τολμήσουμε να πούμε ότι η ανάγνωση μας κάνει πιο ευτυχισμένους και ότι το βιβλίο είναι ένα αντικείμενο με το οποίο μπορούμε να "παίξουμε". Η χαρά - της επικοινωνίας, της συμμετοχής, της ευφυίας - ποτέ δεν έβλαψε κανέναν.

Πέμπτη 15 Μαΐου 2008

"Ο Γέρος" του Φώκνερ στη λέσχη ανάγνωσης του ΜΕΛΟΜΑ


Διαβάζω, ξαναδιαβάζω, δεν κρατιέμαι και τελικά αντιγράφω από τις σημειώσεις της μεταφράστριας, Μαρίας Γεωργουσοπούλου, του "Γέρου" του Γουίλλιαμ Φώκνερ (εκδ. Ροδακιό, 1998, σελ. 106): "Τον Απρίλη του 1927 ξεχείλισε [ο ποταμός Μισσισσιπής] κι έμεινε φουσκωμένος για μερικές εβδομάδες σε μια από τις χειρότερες πλημμύρες της ιστορίας του: όταν ξανασυμμαζεύτηκε στην κοίτη του μετρήθηκαν εκατοντάδες νεκροί, 25.000 άλογα, 50.000 αγελάδες, 148.000 χοίροι, 1.300 πρόβατα και 1.300.000 πουλερικά πνίγηκαν. 400.000 στρέμματα καλλιέργειας καταστράφηκαν"... πόσο τραγικά επίκαιρο;
Ο Νότος, ο Νότος, ο Νότος κι ο ποταμός...
και συνεχίζω την αντιγραφή από το site της Πρωτοπορίας αυτή τη φορά(http://www.protoporia.gr/protoporia/product.asp?sku=62259&mscssid=L2TGV5MUA6N98P2ADMUP83) από μια συνέντευξη του Φώκνερ για το έργο του:
«...κοιτάζοντάς το σα σύνολο (την πορεία του), βρίσκω πως λέω την ίδια ιστορία, πάλι και πάλι, λέω δηλαδή για μένα και για τον κόσμο. Αυτό νομίζω είναι που αποκαλούν σκοτεινά νοήματα, περίπλοκο άμορφο ύφος, φράσεις χωρίς τελειωμό. Προσπαθώ να τα πω όλα σε μια φράση ανάμεσα στο κεφαλαίο και την τελεία. Τείνω να πιστέψω ότι το θέμα μου, ο Νότος, δεν είναι τόσο σημαντικό για μένα. Τυχαίνει να το ξέρω και δεν υπάρχει καιρός σε μια ζωή να μάθω άλλο θέμα και να γράφω ταυτόχρονα...»
Ο Νότος, ο Νότος, ο Νότος κι ο Φώκνερ...
Η Δευτέρα 2 Ιουνίου είναι κοντά;