Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΛΜ: Μάρθα Κοσκινά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΛΜ: Μάρθα Κοσκινά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 8 Σεπτεμβρίου 2011

Άγκαθα Κρίστυ, Δέκα μικροί νέγροι


Το πρώτο μας ραντεβού μετά τις διακοπές του καλοκαιριού ήταν με την «βασίλισσα» της αστυνομικής λογοτεχνίας (ή φιλολογίας όπως επιλέγουν να την ονομάζουν οι εκδόσεις Λυχνάρι), Άγκαθα Κρίστυ.


Είχαμε επιλέξει να ξεκινήσουμε με τους Δέκα μικρούς νέγρους¸ το μεγαλύτερο best seller της και ένα από τα μεγαλύτερα best sellers όλων των εποχών. Επίσης, πρόκειται για ένα έργο της στο οποίο δεν πρωταγωνιστούν κανένας από τους δύο δαιμόνιους ήρωές της, ο Πουαρό και η Μις Μαρπλ! Ένα έργο που έχει μεταφερθεί πολλάκις στον κινηματογράφο και του οποίου τη διασκευή για το θέατρο έκανε η ίδια η Κρίστυ.



Πολλά μπορούμε να πούμε για την έντονη ζωή της Άγκαθα Κρίστυ. Πάντως, άρχισε να γράφει μετά από τις έντονες παραινέσεις της προϊσταμένης της στον Ερυθρό Σταυρό, όπου δούλευε ως εθελόντρια κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Γι αυτό λοιπόν το μυθιστόρημα (The mysterious affair at Styles, 1917), βραβεύτηκε από την εφημερίδα των Φαρμακοποιών, για την αριστουργηματική περιγραφή του θανάτου από δηλητήριο. Η Κρίστυ ήταν ένας ιδιαίτερα δυναμικός άνθρωπος και είναι πολλά τα ενδιαφέροντα συμβάντα στη ζωή της. Το 1924 δε δίστασε να εγκαταλείψει τον εκδότη της, λόγω διαφωνιών. Το 1926, όταν την εγκατέλειψε ο σύζυγός της, εξαφανίστηκε και κινητοποιήθηκε ακόμα και η Scotland Yard για την εύρεσή της (εντοπίστηκε σε ένα σπα). Δε δίστασε ακόμα και να εγκαταλείψει τη συγγραφική της δραστηριότητα, όταν η κόρη της τη χρειάστηκε κοντά της μετά τη χηρεία της. Φυσικά όλοι γνωρίζουν ότι ταξίδευε σε όλο τον κόσμο και ιδιαίτερα στη Μέση Ανατολή με τον δεύτερο σύζυγό της που ήταν αρχαιολόγος. Λίγοι γνωρίζουν όμως, ότι έγραφε με ψευδώνυμο αισθηματικά μυθιστορήματα και ότι ήταν δεινή σέρφερ!



Aυτή η δραστήρια γυναίκα που η προσωπικότητά της συγκεντρώνει τον θαυμασμό μας, έγραψε το 1939 τους Δέκα μικρούς νέγρους, ή αλλιώς And then there were none (όπως πρωτοεκδόθηκε) ή Ten little Indians (όπως το ονόμασαν αργότερα) για λόγους «πολιτικής ορθότητας». Ως βασικό μοτίβο η ΠΑΡΑ.Λ.Ι.Α, εντόπισε τον εγκλεισμό, την εκδίκηση και τη δικαιοσύνη. Μοτίβα που συναντάμε βέβαια και σε άλλα της μυθιστορήματα, όπως το Έγκλημα στο Όριεντ Εξπρές ή το Ένα άλλοθι για τρία εγκλήματα. Στους Δέκα μικρούς νέγρους οι ήρωες βρίσκονται παγιδευμένοι σε ένα νησί, ενώ ένα εξωτερικό καθεστώς τους επιβάλλεται δια της βίας. Όλοι συμφωνήσαμε ότι το τέλος πάσχει σε αληθοφάνεια, όπως και άλλα μυθιστορήματα της συγγραφέως. Επίσης, ότι οι χαρακτήρες έχουν μεγάλες διαφορές όσον αφορά το πώς βιώνουν τις συνέπειες των εγκλημάτων τους, με τη μεγαλύτερη σκληρότητα να χαρακτηρίζει την δίδα Μπρεντ. Ο Γιάννης Π. σημειώνει ότι η Κρίστυ περισσότερο χρησιμοποιεί, παρά φτιάχνει χαρακτήρες, έχει ορισμένους τύπους που επαναφέρει σε κάθε μυθιστόρημα. Οι χαρακτήρες είναι δευτερεύοντες και εξυπηρετούν την πλοκή. Βασικό ερώτημα είναι πάντα το «ποιος είναι ο δολοφόνος» και γύρω από αυτόν χτίζονται όλα τα υπόλοιπα.



Κάπως έτσι αρχίσαμε να συζητάμε τελικά γιατί διαβάζουμε. Γιατί παίρνουμε πράγματα για τον εαυτό μας που αλλιώς δεν μπορούμε να τα προσεγγίσουμε; Για να «συναντηθούμε με το μεγαλείο» όπως λέει ο Μπλουμ; Για να μας ξεκαθαρίσουν πράγματα που έχουμε στο μυαλό μας; Διαβάζοντας, δομείς και ταυτόχρονα αποδομείς το εγώ σου, σημειώνει η Φλωρεντία, μέσα από γνωστά και άγνωστα πράγματα τα οποία διαβάζεις. Μήπως διαβάζουμε για τους ίδιους λόγους που γράφουμε κιόλας; Και τελικά πόση αναγνωστική απόλαυση μας έδωσε το βιβλίο; «Εφόσον είναι ένα βιβλίο που ευχαριστηθήκαμε όλοι κάποιες μέρες του καλοκαιριού, αυτό δίνει την απάντηση», συνόψισε ο Γιάννης Π. Και αυτές τις μέρες του καλοκαιριού, που περάσαμε ξαπλωμένοι σε κάποια ΠΑΡΑ.Λ.Ι.Α. αναπολήσαμε στη συνέχεια, με συνοδεία μπύρας και άλλων οινοπνευματωδών!




Παρασκευή 13 Μαΐου 2011

"Ληξιπρόθεσμα δάνεια" του Πέτρου Μάρκαρη


Ο «γραπτός» αστυνόμος Χαρίτος δεν έχει σχέση με τον τηλεοπτικό. Αυτό διαπιστώσαμε ομόφωνα στη συνάντησή μας, με αφορμή το τελευταίο βιβλίο του Πέτρου Μάρκαρη, που πρωταγωνιστεί και πάλι ο γνωστός ήρωας. Λείπουν πολλά στοιχεία τα οποία θα μπορούσαν να τον καταστήσουν ζωντανό πρόσωπο, με αποτέλεσμα να μοιάζει τελικά με σχέδιο χαρακτήρα, με πολλά αναληθοφανή σημεία, όπως για παράδειγμα η πλήρης άγνοιά του για το ποδόσφαιρο! Η Μαίρη μας λέει ότι σε συζήτησή της με τον συγγραφέα, της είχε δηλώσει ότι το ζήτημα αυτό δεν τον απασχολεί, γιατί ο Χαρίτος αποτελεί απλά ένα όχημα για να πει την ιστορία του.

Φαίνεται πως η τηλεοπτική μεταφορά των ιστοριών του Χαρίτου γεμίζει τα κενά του βιβλίου, η εικόνα δίνει τις λεπτομέρειες του χώρου, του χρόνου και των καταστάσεων, που στην ανάγνωσή μας εξαντλούνται στο μποτιλιάρισμα της Αθήνας. «Ενώ δίνει πραγματικές λεπτομέρειες της πόλης, π.χ. το πάρκινγκ και η μπρασερί της Κριεζώτου, δεν καταφέρνει να δημιουργήσει την αίσθηση της πόλης», λέει η Μαρία, ενώ ο Γιάννης Π. πιστεύει ότι μένει μία αίσθηση σαν να διαβάζεις σενάριο ή σαν να είχε ο ίδιος ο συγγραφέας στο μυαλό του τη μεταφορά στην τηλεόραση.


Ακόμα μεγαλύτερες ήταν οι ενστάσεις σχετικά με τον παραλληλισμό ντόπινγκ στον αθλητισμό-ντόπινγκ στο χρήμα. Η όλη αίσθηση που μένει είναι ότι παρακολουθούμε μία ιστορία που είτε κρύβει από πίσω ένα οικονομικό σκάνδαλο και πιθανότερο ξέπλυμα μαύρου χρήματος (όπως στον Βασικό Μέτοχο) είτε ο δολοφόνος είναι κάποιος που έχει πληγεί από τις τράπεζες. Τελικά, η σύνδεση που γίνεται στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου, όπου ο εγκέφαλος της επιχείρησης ομολογεί τα κίνητρά του, είναι πολύ χαλαρή και έωλη. Ενώ ο Μάρκαρης ανοίγει ένα θέμα σοβαρό και επίκαιρο, όπως ομολογεί και ο ίδιος ονομάζοντας το βιβλίο του ως το πρώτο της Τριλογίας της Κρίσης, αφήνει εντελώς ανεκμετάλλευτη τη δύναμη του θέματος, που καίει όσο τίποτα αυτές τις μέρες. Το μυθιστόρημα γράφτηκε πολύ πρόσφατα, το καλοκαίρι του 2010, εν μέσω κρίσης και η λέσχη αναρωτήθηκε κατά πόσο μπορεί να γραφτεί ένα έργο που εξετάζει ολοκληρωμένα ένα ζήτημα, όταν βρίσκεται μέσα σε αυτό ή αν είναι απαραίτητη η χρονική και συναισθηματική απόσταση.


Η αίσθηση που έμεινε από την συνάντησή μας ήταν μία μικρή απογοήτευση, καθώς έλειψε και η αναγνωστική απόλαυση … «κάτι έλειπε»!

Τετάρτη 15 Δεκεμβρίου 2010

"Διαβάζοντας στη Χάννα" του Bernhard Schlink

Δευτέρα 13 Δεκεμβρίου 2010



Είναι σπάνιο ένα βιβλίο να προκαλέσει την ίδια αναγνωστικήή ευχαρίστηση σε όλα μέλη της λέσχης μας και όποτε αυτό συμβαίνει είναι ιδιαίτερα απολαυστικό. Δεν είναι τυχαίο που η συγκεκριμένη συζήτηση της περασμένης Δευτέρας, πάνω στο «διάσημο» βιβλίο του Schlink «Διαβάζοντας στη Χάννα» δεν προχώρησε καθόλου σε πεδία ανάλυσης της γραφής και της τεχνικής του συγγραφέα. Το θέμα και οι χαρακτήρες του βιβλίου ήταν τόσο δυνατά που μονοπώλησαν το ενδιαφέρον και όλοι συμφωνήσαμε ότι πρόκειται για ένα έργο με μεγάλη λογοτεχνική αξία.


Ο Bernhard Schlink, νομικός και καθηγητής συνταγματικού δικαίου, ήταν γνωστός στη Γερμανία ως συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων. Με το «Der Vorleser» (τίτλος αμετάφραστος στα ελληνικά, αφού σημαίνει «αυτός που διαβάζει στον άλλον»-στα αγγλικά μεταφράστηκε ως «The reader») το 1995, η φήμη του ξεπέρασε τα όρια της πατρίδας του, καθώς το έργο μεταφράστηκε σε περισσότερες από 45 γλώσσες, βρέθηκε στην κορυφή των best sellers ακόμα και στους New York Times (το μόνο γερμανικό μυθιστόρημα που έχει βρεθεί ποτέ σε αυτή τη θέση) και σήμερα θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα έργα της γερμανικής λογοτεχνίας και διδάσκεται στα γερμανικά σχολεία.



Στη συζήτησή μας, ο Γιάννης Χ. επισήμανε πρώτος τα σταθερά δίπολα που υπάρχουν στο έργο και αφορούν τη σχέση ανάμεσα στο ατομικό και το συλλογικό: ατομική και συλλογική μνήμη, επίγνωση, ευθύνη. Η φιλολογία γύρω από το βιβλίο μιλάει για αυτή τη σχέση της νεότερης γενιάς Γερμανών με τη γενιά που ανέδειξε τον Ναζισμό και κατά πόσο οι σχέσεις των χαρακτήρων αντικατοπτρίζουν τον θυμό των Γερμανών για τους προγόνους τους. Η Αλεξάνδρα, έχοντας ζήσει χρόνια στη Γερμανία, μας μίλησε για τη γνώση των Γερμανών ότι η ανθρωπότητα δε θα τους συγχωρήσει ποτέ το Ολοκαύτωμα. Η Κατερίνα, παρατήρησε ότι το βιβλίο δε θέλει να τονίσει την ιστορία του Ολοκαυτώματος, αλλά το στοιχείο της ενοχής, άποψη την οποία όλοι μοιραστήκαμε. Όπως δήλωσε και ο ίδιος ο Schlink σε συνέντευξή του[1] η ενοχή είναι κάτι που περνάει από γενιά σε γενιά στη Γερμανία και που πλέον έχει μετατραπεί σε αίσθηση χρέους προς τους απογόνους των θυμάτων. Κάτι που αντικατοπτρίζεται στον χαρακτήρα του Μίχαελ, ο οποίος από τη μία δεν μπορεί να σταματήσει να αγαπάει τη Χάννα κι απ΄ την άλλη αδυνατεί να τη συγχωρήσει.



Τα περισσότερα μέλη της ΠΑΡΑ.Λ.Ι.Α.ς δεν πείστηκαν από τον χαρακτήρα της Χάννα. Η Μαίρη τόνισε ότι ανεξάρτητα με τον αναλφαβητισμό του, δεν είναι λογικό κάποιος να φτάσει να γνωρίσει τις ανθρώπινες αξίες μέσα από τον Όμηρο ή άλλα αναγνώσματα. Η άγνοια δεν απαλλάσσει, άποψη που στηρίζει και ο ίδιος ο συγγραφέας στην ίδια συνέντευξη, μιλώντας για «ηθικό αναλφαβητισμό» που είναι πολύ πιο ολέθριος. Ένας ηθικός αναλφαβητισμός που στην περίπτωση της Γερμανίας οδήγησε σε «συλλογική νάρκωση», όπως αναφέρεται και μέσα στο έργο. Η Χάννα όμως, είναι ένας ανθρώπινος χαρακτήρας, όπως παρατήρησαν η Μαρία και η Μαίρη, με πολλά ελαττώματα και με βασικό χαρακτηριστικό της την ντροπή του αναλφαβητισμού, που ορίζει τα πάντα στη ζωή της. Όταν όμως μαθαίνει να διαβάζει, έρχεται η συναίσθηση της ευθύνης της που είναι ακόμα μεγαλύτερη ντροπή. Γι αυτό τελικά αυτοκτονεί; Από ενοχές; Από αδυναμία επανένταξης; Από καθήκον; Από τον συνδυασμό όλων των παραπάνω; Ο Μίχαελ, προς το τέλος του έργου (σελ 177) παρατηρεί: «ο αναλφαβητισμός είναι ανηλικότητα. Η Χάννα, έχοντας το θάρρος να μάθει ανάγνωση και γραφή, είχε κάνει το βήμα από την ανηλικότητα στην ενηλικίωση, ένα βήμα διαφωτισμού». Η αναγνώριση της ευθύνης της είναι ίσως η δύναμη που έσπρωξε τη Χάννα στην αυτοκτονία, όπως πιστεύει ο Cohen[2].


Τελικά, όπως επισήμανε και ο Γιάννης Π., το κατόρθωμα του συγγραφέα είναι η ψυχραιμία του απέναντι σε αυτό που αφηγείται. ΟSchlink δεν παίρνει θέση, αλλά αφήνει τον αναγνώστη να αποφασίσει. Δίνει όσα χρειάζεται για την ιστορία, ψύχραιμα και κρατώντας απόσταση, χωρίς ωστόσο να καταλήγει ψυχρός, αφού έχει επιλέξει να κάνει τις αναγωγές στο συλλογικό μέσα από το προσωπικό, το ανθρώπινο.

Η συνάντηση της Δευτέρας με αφορμή τη «Χάννα» μας χόρτασε πνευματικά και ήταν η τέλεια αρχή για να χορτάσουμε και με τις λιχουδιές στο παρακείμενο ταβερνείο, μετά τη συζήτησή μας. Ήταν ένα ευτυχές κλείσιμο για αυτή την αναγνωστική μας χρονιά.


Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2009

Τελικά τι έκανε η Αλίκη εκεί κάτω;

Πόσο πραγματικά μπορεί να αποδεσμεύσει κανείς τις αναμνήσεις του από την εντύπωση που του προξενούσε κάποτε ένα παιδικό βιβλίο και να το δει με νέο, ενήλικο βλέμμα; Κι όμως, τα μέλη της λέσχης το προσπάθησαν, καθώς καταπιάστηκαν, καλοκαιριάτικα, με αυτό το τόσο γνωστό και πολυδιαβασμένο και πολύ-ιδωμένο παραμύθι.

Η ζωή του Lewis Carroll(Charles Lutwidge “Do-Do”Dodgson) υπήρξε ιδιαίτερη και επηρέασε σε μεγάλο βαθμό το έργο του, που ήταν αποκλειστικά εμπνευσμένο από τη σχέση του με τα μικρά κοριτσάκια, τη διδασκαλία της λογικής και την καθημερινότητά του. Το βιβλίο κυκλοφόρησε για πρώτη φορά για το ευρύ κοινό και με αυτόν τον τίτλο στις 4/7/1865. Δεν ξέρουμε εάν το βικτωριανό κοινό της εποχής, εντόπισε την κριτική διάθεση προς το πολίτευμα που εντοπίζει ο σημερινός αναγνώστης, ούτε τι σήμαινε γι αυτό η διαρκής αλλαγή του μεγέθους της Αλίκης. Τα μέλη της λέσχης, πάντως, αντάλλαξαν πολύ ενδιαφέρουσες απόψεις.

Για τα μέλη της λέσχης, η έννοια του ταξιδιού αυτού της Αλίκης, εντοπίζεται στην ενηλικίωση. Η δώδεκα φορές αλλαγή μεγέθους είναι μία ένδειξη της αναπότρεπτης πορείας του παιδιού προς τον κόσμο των μεγάλων, είτε αυτό συμβαίνει λόγω φύσης είτε λόγω της στάσης της βικτωριανής εποχής απέναντι στα παιδιά, που τα έβλεπε απλά σαν μικρούς ενήλικες. Η Αλίκη βρίσκεται σε έναν κόσμο που δεν καταλαβαίνει και προσπαθεί να επιβιώσει. Για να το κάνει αυτό πρέπει να χρησιμοποιήσει τις γνώσεις της και τη λογική της και να ορίσει την ταυτότητά της, αλλά αυτό αποδεικνύεται πολύ δύσκολο στον κόσμο που έχει βρεθεί. Ένας κόσμος όπου ακόμα και οι πιο βασικές παραδοχές αμφισβητούνται, όπως το ότι είναι άνθρωπος:

Κάμπιας: Ποια είσαι εσύ;
Αλίκη: Να σας πω, κύριε, δεν είμαι σίγουρη αυτή τη στιγμή…Τουλάχιστον ξέρω ποια ήμουν όταν σηκώθηκα το πρωί, αλλά νομίζω ότι άλλαξα αρκετές φορές από τότε».[i]

Πάντως, είναι αξιοσημείωτο ότι η οπτική ματιά στο έργο που απευθύνεται κατά τα άλλα σε παιδιά, είναι η ματιά ενός ενήλικου στο κόσμο των παιδιών. Ίσως αυτός είναι ένας λόγος που αυτό το διήγημα έχει γνωρίσει τόσες παιδικές διασκευές, που εστιάζουν μόνο στην πλοκή ή στις έντονες και εντυπωσιακές εικόνες και αφήνουν απέξω όλα τα «δύσκολα» υπο-κείμενα που εφάπτονται της ψυχολογίας και της λογικής.


[i] Μετάφραση Έφη Καλλιφατίδη, εκδόσεις Ιδεόγραμμα.

Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου 2008

Για τον Samuel Beckett και τις Ευτυχισμένες Μέρες


Όσο οι λέξεις εξακολουθούν να έρχονται τίποτα δεν τα έχει αλλάξει, οι λέξεις οι παλιές ξαμολημένες πάλι. Ξεστόμισε, δεν απομένει τίποτ’ άλλο, ξεστόμισε να τις ξεφορτωθείς, εδώ όπως πάντα, τίποτ’ άλλο[1].


-Εγώ δεν το διάβασα! Πώς να το διαβάσω αυτό το πράγμα;
-Εγώ όταν το είχα διαβάσει φοιτήτρια δεν μπόρεσα να το τελειώσω. Τώρα, αφού το είδα στην Επίδαυρο, το διάβασα διαφορετικά.
-Μα, είναι καλύτερη η παράσταση από το κείμενο!
-Τελικά υπάρχουμε μέσα από το βλέμμα του άλλου…
-Και το πιστόλι;
-Δηλαδή τι ήθελε να πει;
-Ας μην ξεχνάμε την εποχή που έγραφε!
-Είναι υπαρξιστής!

Ο ίδιος ο Beckett έλεγε ότι είναι μάταιο να τον ρωτούν ποιο είναι το νόημα στα κείμενά του και να προσπαθεί κάποιος να βρει κάτι κρυμμένο σε αυτά. Η συζήτηση της Δευτέρας κινήθηκε ανάμεσα σε συναισθήματα και σκέψεις που μας ξύπνησε η ανάγνωση των «Ευτυχισμένων Ημερών» και τις πάμπολλες προσεγγίσεις των θεωρητικών πάνω στο έργο του. Η συζήτησή μας ήταν ένα ιδανικό δείγμα για τη θεωρία της πρόσληψης: ο κάθε αναγνώστης προσέλαβε διαφορετικό νόημα.
Μία γυναίκα που αναζητά το βλέμμα του συντρόφου της, ένα κορίτσι που ψάχνει μέσα στην τσάντα της μαμάς της και μαγεύεται από τις ανακαλύψεις, μία ηθοποιός που ψάχνει να δημιουργήσει τον ρόλο της, ο σύγχρονος άνθρωπος που βιώνει την κατάρρευση των νοημάτων…Οι ήρωες του Beckett αναγκάζονται να διαπιστώσουν ότι πρέπει να συνεχίσουν να ζουν μέσα στην παντελή έλλειψη νοήματος. Οι «Ευτυχισμένες Μέρες» σηματοδοτούν την αρχή μιας νέας φάσης στη δραματουργία του, κατά την οποία η γλώσσα χάνει το νόημά της ακόμα περισσότερο από τα πρώτα του έργα, αλλά παραμένει βασανιστικά το μόνο μέσο έκφρασης. Παράλληλα η δυνατότητα κίνησης μειώνεται δραματικά και η θεατρική σύμβαση γίνεται όλο και πιο εμφανής ως στοιχείο της παράστασης. Στο τέλος του έργου η Winnie μένει να μιλάει, με το κεφάλι μόνο έξω από τον λόφο του τίποτα μέσα στον οποίο θάβεται, ενώ το κουδούνι του θεάτρου είναι αυτό που της υπαγορεύει τον ρυθμό. «Αυτό δεν έχει καμία σχέση με τον ρόλο» απαντούσε ο Beckett στην Brenda Bruce, κάθε φορά που αυτήν τον ρωτούσε για το νόημα μιας φράσης, προσπαθώντας να προσεγγίσει τον ρόλο στανισλαβσκικά.

Ο Beckett αποθέωσε το ίδιο το θέατρο, χρησιμοποιώντας κυριολεκτικά τον χρόνο και τον χώρο του, οι ήρωές του στην όψιμη δραματουργία του δεν είναι παρά ηθοποιοί που καλούνται να υπάρξουν πάνω στη σκηνή για όση μόνο ώρα διαρκεί η παράσταση. Ισότιμα με αυτούς μπορεί να πρωταγωνιστεί ένα κουδούνι ή ένας προβολέας.

Θα κλείσω με το απόσπασμα από τη μετάφραση των «Ευτυχισμένων Ημερών» από τη Ρ.Πατεράκη και τον Κ.Φοντούκη, που πιστεύω ότι συνοψίζει όλα τα παραπάνω:

Words fail...
οι λέξεις αποτυγχάνουν απογοητεύουν προδίδουν
words fail...
οι λέξεις φθείρονται, φθίνουν
words words words
λόγια λόγια λέξεις λέξεις
οι λέξεις
fail
φθίνουν εξαντλούνται εξασθενούν
μειούνται εξαντλούνται εξαντλούνται
εγκαταλείπουν
les mots vous lachent
οι λέξεις σε παρατούν, είναι φορές
που ακόμα κι αυτές σε εγκαταλείπουν
[2].


[1] Από τα Κείμενα για το τίποτα 3, στο Μπέκετ Σάμουελ, Πρόζες 1945-1980, μτφ. Ε. Μαρωνίτη, Αθήνα, Πατάκης, 2006.
[2] Μπέκετ Σάμουελ, Ευτυχισμένες μέρες, Ω, οι ωραίες μέρες, ελληνική απόδοση Ρούλα Πατεράκη, Κοσμάς Φοντούκης, Αθήνα, Το Ροδακιό, 1994.