Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2008

Τί είδε ο Κινέζος;


Διαβάζω τα παρακάτω σε σημερινό άρθρο της κυρίας Σελλά στην «Καθημερινή»:

«Στο ελληνικό περίπτερο, καλόγουστο, λειτουργικό και ευρύχωρο, η σύγχρονη Κίνα είχε μια ακόμα επαφή με τη σύγχρονη Ελλάδα, μέσα από τα αναγνωρίσιμα στοιχεία του παρελθόντος.

Ετσι, οι Κινέζοι επισκέπτες φωτογραφίζονται φανατικά μπροστά από ένα αντίγραφο της Αφροδίτης της Μήλου ή από ένα κοστούμι αρχαίας τραγωδίας που εκτίθεται στο περίπτερο, παρακολουθούν γοητευμένοι την ταινία «Ζορμπάς» με κινεζικούς υπότιτλους ή ξεφυλλίζουν αχόρταγα τα βιβλία αρχαίου πολιτισμού. Οι περισσότεροι Κινέζοι αυτό ξέρουν από την Ελλάδα: τον αρχαίο πολιτισμό. Ομως, ειδικά μετά τους Ολυμπιακούς, σαν να ξεπέρασαν την εσωστρέφεια. Επιζητούν επαφή, επικοινωνία, αλληλεπίδραση. Αντιγράφουν με θετικό τρόπο ό,τι μπορεί να τους φέρνει πιο κοντά στον σύγχρονο κόσμο.
[...]

Η σύγχρονη Ελλάδα έχει κάνει πολλά βήματα επαφής και σύνδεσης με τη σύγχρονη Κίνα (μέχρι και δύο σουβλατζίδικα άνοιξαν φέτος στο Πεκίνο).»



Αναρωτιέμαι αν η σύγχρονη Ελλάδα έχει να δείξει την Αφροδίτη της Μήλου, τον Ζορμπά και τα σουβλατζίδικα. Ή αν τέλος πάντων έχει να δείξει αυτά και μόνο αυτά.


Δεν παράγουμε πια πολιτισμό; Αν ναι, ίσως είναι καλύτερη η σιωπή.


Παράγουμε πολιτισμό; Αν ναι, γιατί δεν προβάλλεται; Φόβος; Βαρεμάρα; Εμπορικά συμφέροντα;


Εκείνο που διαπιστώνω είναι ότι οι «αρμόδιοι» συχνά δεν αγαπούν αυτό για το οποίο είναι αρμόδιοι. Και αναρωτιέμαι: ο χαμός που έγινε για τη «Μήδεια» φέτος το καλοκαίρι θα γινόταν για κάποιο βιβλίο;

Υπάρχει έγνοια για το βιβλίο; Μήπως τελικά είναι καλύτερη η σιωπή; Ή η οργή; Δεν ξέρω.






Τρίτη 2 Σεπτεμβρίου 2008

Μίχαελ Έντε, Ιστορία χωρίς τέλος


Στο αίθριο των εκδόσεων Μεταίχμιο, το μυθιστόρημα του ΜΙΧΑΕΛ ΕΝΤΕ μάς παρέσυρε σε μια συζήτηση για τις βασικές ιδέες του βιβλίου—το παιχνίδι μεταξύ καλού και κακού, η φιλία, η μνήμη, η αγάπη ως παράγοντες επαναφοράς μιας ισορροπίας που χάθηκε από την αλόγιστη χρήση της εξουσίας—, και μας ανάγκασε στον ορισμό θεμελιωδών εννοιών: πού σταματά η φαντασία του συγγραφέα και πού ξεκινά εκείνη του αναγνώστη σε κάθε αναγνωστικό ταξίδι, τί είναι τελικά φαντασία και τί είναι εκείνο που ο συγγραφέας ονομάζει «Τίποτα», τί είναι παραμύθι και ποια αρχέτυπα της ανθρώπινης ύπαρξης ξεσκεπάζονται αν τραβήξουμε το νήμα της παραμυθίας ώς την αρχή του... Ήταν μια ατέλειωτη συζήτηση. Και ίσως αυτές ακριβώς τις συζητήσεις να είχε στο μυαλό του ο συγγραφέας όταν έγραφε την ΙΣΤΟΡΙΑ ΧΩΡΙΣ ΤΕΛΟΣ.

Τρίτη 5 Αυγούστου 2008

Ντόρις Λέσινγκ, Το πέμπτο παιδί

Δεν είχα διαβάσει Ντόρις Λέσινγκ. Την άκουσα κάποια στιγμή στην παρέα του ΜΕΛΟΜΑ, αλλά αδιαφόρησα. Την ξανάκουσα κι αργότερα με το νόμπελ αλλά και πάλι αδιαφόρησα. Μέχρι εχθές, οπότε και διάβασα «Το πέμπτο παιδί». Γραφή καθαρή, χωρίς στολίδια και καρικεύματα, μεστή και ουσιώδης, καίρια και αιχμηρή. Αφήγηση ρέουσα απ’ την αρχή ως το τέλος, χωρίς κενά, χωρίς κεφάλαια, χωρίς ενότητες, που σ’ αναγκάζει να ακολουθήσεις το ρυθμό της για να φτάσεις στο τέλος και να κλείσεις το βιβλίο παγωμένος και βουβός.

Η Χάριετ και ο Ντέιβιντ, δυο ξεχωριστοί άνθρωποι για τις συνήθειες της δεκαετίας του ’60, ονειρεύονται την ευτυχία σ’ ένα μεγάλο σπίτι με πολλά παιδιά. Το όνειρό τους παίρνει σάρκα και οστά στο τεράστιο «σαν ξενοδοχείο» σπιτικό, όπου συγκεντρώνεται όλο το σόι στις γιορτές των Χριστουγέννων, του Πάσχα, του καλοκαιριού. Μέχρι την έλευση του πέμπτου παιδιού. Ο Μπεν είναι διαφορετικός. Είναι αλλόκοτος, βίαιος, κακός. Η γαλήνη της οικογένειας ανατρέπεται και σταδιακά όλοι απομακρύνονται από κοντά τους. Συγγενείς και φίλοι πείθουν τελικά το ζευγάρι να κλείσουν τον Μπεν σ’ ένα ίδρυμα απ’ όπου δεν βγήκε ποτέ κανείς, όπου κανείς δεν αναζήτησε ποτέ κανέναν. «Όσοι παρατάνε εδώ τα παιδιά τους δεν έρχονται ύστερα να τα δουν».
Κι όμως η Χάριετ δεν αντέχει. Πηγαίνει και παίρνει πίσω τον Μπεν, βάζοντας οριστικά ταφόπλακα στην οικογενειακή της ευτυχία. Τα υπόλοιπα παιδιά εγκαταλείπουν σιγά-σιγά την πατρική εστία, ο ίδιος ο Ντέιβιντ απομακρύνεται από την Χάριετ.
Κι όμως εκείνη μόνη κι αβοήθητη, κι ας μισούσε το πέμπτο της παιδί που την τυράννησε όσο κανένα ήδη απ’ την κύηση, κι ας είχε ευχηθεί να το δει να πέφτει απ’ το παράθυρο, δεν μπορούσε να το εγκαταλείψει. Δεν μπορούσε να το σκοτώσει.
«Εντάξει, είπε νοερά στον αθέατο Ντέιβιντ, αλλά ξέρω πως θα ‘κανες κι εσύ το ίδιο, αν δεν το έκανα εγώ… Τέτοιοι άνθρωποι είμαστε και, καλώς ή κακώς, δεν μπορούμε ν’ αλλάξουμε.»






Στο πέμπτο παιδί δεν μπορούμε να μιλάμε μόνο για το σεβασμό του διαφορετικού. Στην ιστορία υπάρχει ένα ακόμα "άρρωστο" παιδί, που πάσχει από σύνδρομο Ντάουν και το οποίο ωστόσο περιβάλλεται από αγάπη και φροντίδα, κάτι που δεν συμβαίνει με τον Μπεν. Η Λέσινγκ επικεντρώνεται στον Μπεν που είναι επιπλέον αλλόκοτος, βίαιος, κακός, και καταφέρνει να τραβήξει τον αναγνώστη στην πλευρά της Χάριετ - και του Μπεν, όχι γιατί μιλά απλά για μια μάνα που δεν μπορεί να εγκαταλείψει το «διαφορετικό» παιδί της, αλλά γιατί μέσα από την Χάριετ αναδεικνύει τη χαμένη ανθρωπιά, ως ένα απύθμενο ψυχικό εργαλείο που δεν αδρανοποιείται ποτέ. Κι η ανθρωπιά αυτή είναι τυφλή, γιατί μόνο και μόνο δεν υπόκειται σε κανέναν (κοινωνικό) κανόνα. Ταυτιζόμαστε ή κατανοούμε πλήρως τους συγγενείς τους ή και τον Ντέιβιντ, που της λένε άσε τον Μπεν έχεις κι άλλα τέσσερα παιδιά και αυτά σε χρειάζονται, ή με τον Μπεν καταστρέφεις την οικογένειά σου, ίσως και να ακούγεται κάπου στο βάθος και η δική μας η φωνή που συνηγορεί μαζί τους, ναι κι εμείς το ίδιο θα κάναμε, θα το κλείναμε στο ίδρυμα, αλλά ξέρουμε τελικά ότι η εξέλιξη δεν θα μπορούσε να ήταν άλλη απ’ την απόφαση που πήρε η Χάριετ, κι ας ξέρει ότι ο Μπεν το πιο πιθανό είναι – αν δεν το έχει ήδη κάνει – να μπλεχτεί σε παράνομες ιστορίες… Το δέχεται, δεν κάνει τίποτα να τ’ αποτρέψει γιατί ξέρει ότι δεν μπορεί να προσφέρει τίποτα περισσότερο στον Μπεν, απ’ τη ζωή που του ‘χει προσφέρει ως τώρα. Η Χάριετ είναι εντάξει με τη συνείδησή της κι αυτό της αρκεί…

Η Λέσινγκ αφήνει τη Χάριετ να μιλήσει και να αναπτύξει την κοσμοθεωρία της. Δυο φορές ωστόσο ανοίγει την αφήγηση προς τον αναγνώστη. Στην πρώτη απευθύνεται στους γνώστες της αγγλικής κοινωνίας για το αγγλικό ταξικό σύστημα, αλλά αδυνατώ να καταλάβω το λόγο. Στη δεύτερη όμως, «όπως όλοι ξέρουμε…», αναφέρεται στις διαβαθμίσεις των μαθητών στα σχολεία και σε ποια κατηγορία ανήκει ο Μπεν, όχι για να κατατάξει ο αναγνώστης τα δικά του παιδιά, αλλά για να φέρει το θέμα του Μπεν και των ομοίων του ξεκάθαρα δίπλα μας. Η Λέσινγκ απλά μας κλείνει το μάτι…


Η ιστοσελίδα της Λέσινγκ: http://www.dorislessing.org/

Πέμπτη 24 Ιουλίου 2008

Βραβείο Αναγνωστών

Το παρακάτω στάλθηκε στο ΕΚΕΒΙ και σε όσους (δημοσιογράφους, bloggers, συγγραφείς κλπ) έχουν ασχοληθεί με το εν λόγω ζήτημα. Αποτελεί μία πρόσκληση σε συζήτηση.

Με χαρά λάβαμε το e-mail σας σχετικά με το Βραβείο Αναγνωστών και ως λέσχη ανάγνωσης σας ευχαριστούμε πολύ για την πρόσκληση που μας απευθύνατε να συμμετάσχουμε στη διαδικασία απονομής του εν λόγω βραβείου. Έχουμε ωστόσο κάποιους προβληματισμούς, τους οποίους και θα θέλαμε να σας εκφράσουμε:
Δύο από τα μέλη του ΜΕ.Λ.ΟΜΑ. παραβρέθηκαν στις συζητήσεις για το Βραβείο Αναγνωστών, τις οποίες οργάνωσε το ΕΚΕΒΙ στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου στη Θεσσαλονίκη. Ένα από τα κύρια θέματα ήταν και το διαβλητό της διαδικασίας διεξαγωγής της ψηφοφορίας μέσω sms. Αυτός ήταν και ένας από τους λόγους που οδήγησαν το ΕΚΕΒΙ να επιδιώξει μια συνεργασία με τις λέσχες ανάγνωσης, ώστε να βρεθεί ένας λιγότερο διαβλητός τρόπος ψηφοφορίας, καθώς οι αναγνώστες-ψηφοφόροι δεν θα ήταν πλέον ανώνυμοι και συγχρόνως δεν θα είχαν κάποιο προφανές εμπορικό συμφέρον. Από το e-mail που μας στείλατε διαπιστώσαμε με έκπληξη ότι και πάλι καλείται το ευρύ κοινό (λέσχες ανάγνωσης και λοιποί αναγνώστες) να ψηφίσει μέσω sms. Φυσικά η ψηφοφορία θα γίνει επί της short list που θα έχει δημιουργηθεί από τις λέσχες ανάγνωσης, αλλά η παγίδα των sms συνεχίζει να υφίσταται.
Ένα άλλο θέμα που συζητήθηκε στη Θεσσαλονίκη ήταν το πώς τα μέλη των Λεσχών Ανάγνωσης θα μπορέσουν να καλύψουν τον όγκο των βιβλίων (200-300 μυθιστορήματα) τα οποία εκδίδονται μέσα σε ένα έτος. Από το e-mail σας δεν καταλάβαμε εάν υπάρχει κάποια σαφής πρόταση πάνω στο θέμα αυτό. Ακόμη και αν θεωρούσαμε ότι οι λέσχες θα μπορούσαν να κατανέμουν με κάποιον τρόπο τα βιβλία προς ανάγνωση στα μέλη τους (π.χ. 10 μέλη -> 20-30 βιβλία ανά μέλος), και πάλι είναι φύσει αδύνατο να διαβαστούν τόσα βιβλία μέσα στο ελάχιστο διάστημα 3-4 μηνών που υπολείπεται.
Στην περίπτωση πάντως που οι λέσχες ανάγνωσης (και εννοούμε ένα σημαντικό ποσοστό από αυτές) συμφωνούσαν να συμμετάσχουν στη διαδικασία για την επιλογή του βιβλίου για το Βραβείο Αναγνωστών, θα πρέπει κανείς να σκεφτεί διάφορες ουσιαστικές παραμέτρους. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι δεν είναι δυνατό τα μέλη των λεσχών ανάγνωσης να αγοράζουν όλα αυτά τα βιβλία. Θα μπορούσε το ΕΚΕΒΙ να δημιουργήσει μία βιβλιοθήκη με τα βιβλία της εκάστοτε χρονιάς, απ’ όπου με μια ταυτότητα μέλους Λέσχης Ανάγνωσης, που θα δίνεται από το ΕΚΕΒΙ, θα μπορούν τα μέλη της κάθε Λέσχης να τα δανείζονται. Αυτό όμως είναι προς το παρόν μια λεπτομέρεια μπροστά στο ουσιώδες, που είναι ο, όσο το δυνατόν πιο αποτελεσματικός και λιγότερο διαβλητός, τρόπος επιλογής του βιβλίου.
Έχουμε κάποιες ιδέες πάνω σ’ αυτό το θέμα, τις οποίες και αναφέρουμε. Πιστεύουμε πάντως ότι θα ήταν ωφέλιμο να συναντιόμασταν και πάλι με πρωτοβουλία του ΕΚΕΒΙ και να τα συζητούσαμε όλα αυτά από κοντά.
Το Βραβείο Αναγνωστών να αφορά μόνο τις λέσχες ανάγνωσης. Εφόσον αυτές εμπλέκονται στην επιλογή της short list, γιατί να μην επιλέγουν αυτές τον νικητή;
Η ψηφοφορία να γίνεται επί συγκεκριμένων βιβλίων και να αφορά βιβλία που εκδίδονται για πρώτη φορά. Μας έκανε εντύπωση που ο κατάλογος των βιβλίων, που μας στείλατε, περιείχε και κάποιες επανεκδόσεις, όπως π.χ. είναι η «Ορθοκωστά» του Θ. Βαλτινού, που πρωτοεκδόθηκε το 1994, ή οι «Σπασμένες Ψυχές» του Ν. Καζαντζάκη (με το ψευδώνυμο Πέτρος Ψηλορείτης) που δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο περιοδικό Νουμάς, στην Αθήνα, τα έτη 1909-1910!
Επίσης, για άμεση ενημέρωση των αναγνωστών των λεσχών, το ΕΚΕΒΙ θα μπορούσε να αποστέλλει τη λίστα των βιβλίων που εκδίδονται κάθε μήνα στις αρχές του επόμενου μήνα (δηλαδή αρχές Φλεβάρη λαμβάνουμε τη λίστα των βιβλίων που εκδόθηκαν το Γενάρη κ.ο.κ.). Ή ίσως θα μπορούσε να γίνεται κρίση για τα βιβλία του προηγούμενου έτους, δηλαδή για παράδειγμα, το φθινόπωρο του 2009 να δίνεται το Βραβείο Αναγνωστών για τα βιβλία που εκδόθηκαν το 2008. Έτσι, θα μπορούσαμε να οργανώσουμε καλύτερα το χρόνο και την ποιότητα ανάγνωσης αυτών των βιβλίων. Ο διαθέσιμος χρόνος ανάγνωσης, άλλωστε, επηρεάζει άμεσα την ποιότητα της ανάγνωσης, και σε κάθε διαγωνισμό, οποιασδήποτε μορφής, η κριτική επιτροπή καλείται να γνωρίζει καλά όλους τους υποψηφίους.

Αφήνοντας για λίγο πίσω μας το θέμα του Βραβείου Αναγνωστών, θα θέλαμε να σας αναφέρουμε έναν γενικότερο προβληματισμό που αφορά τις λέσχες ανάγνωσης. Τι λέσχες θέλουμε πραγματικά, εμείς που αγαπάμε το βιβλίο και την ανάγνωση; Χωρίς να παραβλέπουμε την κοινωνική διάσταση των λεσχών και την ιδιαίτερη σημασία που αυτή έχει στη σημερινή κυρίως εποχή της αποξένωσης, μας ενδιαφέρει πρωτίστως κι ένας άλλος παράγοντας: η «δημιουργία» ενημερωμένων και συνειδητοποιημένων αναγνωστών. Γιαυτό όμως πρέπει να δοθούν τα κατάλληλα ερεθίσματα. Όπως φρόντισε το ΕΚΕΒΙ να στείλει ανά την Ελλάδα αναγνωρισμένους συγγραφείς ώστε να ενημερώσουν το κοινό περί του τι είναι μία λέσχη ανάγνωσης και πώς λειτουργεί, έτσι θα μπορούσε να στηθεί και ένα μακροπρόθεσμο σχέδιο «εκπαίδευσης» των μελών των λεσχών. Για παράδειγμα, θα μπορούσαν να γίνονται μηνιαίες συζητήσεις/μαθήματα με φιλολόγους, μελετητές, συγγραφείς κ.ά., για την Ιστορία της Λογοτεχνίας, για συγκεκριμένα κινήματα/ρεύματα, για δημιουργική ανάγνωση κ.λπ.. Όλα αυτά με σκοπό την παιδεία. Ας μην ξεχνάμε, εντέλει, ότι καλύτεροι αναγνώστες σημαίνει και καλύτεροι συγγραφείς.
Κλείνοντας θα θέλαμε και πάλι να σας ευχαριστήσουμε για το κάλεσμα στη διαδικασία απονομής του Βραβείου Αναγνωστών. Πιστεύουμε στην ύπαρξη του συγκεκριμένου βραβείου και ελπίζουμε να αποκτήσει την αξία που αληθινά του πρέπει. Είμαστε στη διάθεσή σας για οποιαδήποτε περαιτέρω συζήτηση.

Τετάρτη 23 Ιουλίου 2008

Ιστορία χωρίς τέλος, του Μίχαελ Έντε

Ο Μίχαελ Έντε και η «Ιστορία χωρίς τέλος» (Εκδόσεις Ψυχογιός) έρχονται το Σεπτέμβρη στη λέσχη ανάγνωσης του ΜΕΛΟΜΑ






«Ο ΜΙΧΑΕΛ ΕΝΤΕ γεννήθηκε το 1929. Ήταν γιος του σουρεαλιστή ζωγράφου Έντκγαρ Έντε. Ηθοποιός αρχικά, σκηνοθέτης και συγγραφέας κειμένων για καμπαρέ, γράφει στην τύχη, το 1957, ένα μεγάλο παιδικό βιβλίο για να ξεφύγει από τη σκιά της διδακτικής του Μπρεχτ. Απ’ αυτό προέρχονται τα δυο μυθιστορήματα Ο ΤΖΙΜ ΚΝΟΠΦ ΚΑΙ Ο ΟΔΗΓΟΣ ΤΗΣ ΑΤΜΟΜΗΧΑΝΗΣ (1960) και Ο ΤΖΙΜ ΚΝΟΠΦ ΚΑΙ ΟΙ ΑΓΡΙΟΙ 13 (1961). Το πρώτο παίρνει αμέσως το γερμανικό βραβείο παιδικού βιβλίου (Βιβλίου Νεότητας). Το 1973 εκδίδεται Η ΜΟΜΟ που παίρνει το ίδιο βραβείο. Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΧΩΡΙΣ ΤΕΛΟΣ εκδίδεται το φθινόπωρο του 1979 και βρίσκεται συνέχεια από το 1980 στη λίστα των μπεστ σέλερ. Ο Μίχαελ Έντε πήρε το βραβείο JANUSZ - KORCZAK το 1981 και το Διεθνές Βραβείο LORENZO IL MAGNIFICO το 1982. Επίσης, στο Ρέτζιο πήρε το σημαντικότερο ιταλικό βραβείο πολιτισμού, το BRONZI DI RIACE. Άλλα βιβλία του είναι Ο ΔΡΑΚΟΣ ΚΑΙ Η ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ, ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΩΝ ΣΑΛΤΙΜΠΑΓΚΩΝ, Η ΡΑΠΤΟΜΗΧΑΝΗ ΠΟΥ ΡΑΒΕΙ ΣΚΙΕΣ, ΦΑΝΤΑΣΙΑ, ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ, κ.α.»




πηγή: http://pedia.elogos.gr/index.php/Μίχαελ_Έντε


Οι πίνακες είναι του Έντκαρ Έντε: http://www.edgarende.de/Englisch/Home.htm

Σάββατο 12 Ιουλίου 2008

Καλό καλοκαίρι

Είναι πολύ σημαντικό να βρίσκεσαι με ανθρώπους που αγαπούν αυτό που αγαπάς κι εσύ. Είναι ακόμα πιο σημαντικό να αγωνιάς να έρθει εκείνη η πρώτη Δευτέρα του μήνα, να είσαι κατάκοπος απ’ τη δουλειά σου, και αντί να γυρνάς σπίτι για να ξεκουραστείς, αντί να πας μια βόλτα με το αίσθημα, αντ’ αυτού επιλέγεις να τρέξεις λίγο ακόμα, ν’ ανέβεις την Ιπποκράτους και να φτάσεις στο αίθριο των εκδόσεων Μεταίχμιο για να τους δεις όλους εκεί να σε περιμένουν: την Ανδρονίκη, το Γιάννη, το Δημήτρη, την Έφη, τη Θεώνη, την Κατερίνα, τη Μαίρη, τη Μάρθα, τη Μαρία, τη Μελίνα, τη Φλωρεντία…
Και τότε τα ξεχνάς όλα. Λες αϊ στο διάολο στη μιζέρια και τη βλακεία που σε πνίγουν, και ξαφνικά, ως δια μαγείας, σου περνάνε οι πονοκέφαλοι, οι φαγούρες, οι έγνοιες…





Θα το σταματήσω εδώ, από φόβο μήπως γίνω μελό…
[Καθώς ξαναδιαβάζω το κείμενο ως εδώ μου έρχεται στο μυαλό μου αυτό που γράφει ο Μουρσελάς στο ο πόθος καίει τα σωθικά κάπως έτσι: ενώ τη λογοτεχνία το μελό νομίζουμε, και το πιστεύουμε, την κάνει επιδερμική και ανάλαφρη, εντούτοις στη ζωή μας, πολλές φορές, παίρνει τόσο δραματικές διαστάσεις…]




Κλείνοντας, λοιπόν, τον χρόνο αυτόν, με την τελευταία συνάντηση για την Έρημη Χώρα του Έλιοτ, ο απολογισμός της λέσχης μόνο θετικός μπορεί να είναι, αφού καταρχήν μας έκανε πιο πλούσιους, αναφορικά με τις εικόνες, τις ηδονές, τις σκέψεις και τα ερωτήματα που μας γέννησαν τα βιβλία που επιλέξαμε να διαβάσουμε, και παράλληλα μας πρόσφερε πρωτόγνωρες εμπειρίες, όπως συνέβη μέσα απ’ τις δύο εκδηλώσεις που πραγματοποιήσαμε (για τις Ακυβέρνητες Πολιτείες η μία και για Το κιβώτιο η άλλη).



Καλό καλοκαίρι λοιπόν λέσχη. Θα τα πούμε ξανά το Σεπτέμβρη με μια Ιστορία χωρίς τέλος


Οι πίνακες είναι του Έντκαρ Έντε: http://www.edgarende.de/Englisch/Home.htm

Τρίτη 8 Ιουλίου 2008

The Waste Land

Συνάντηση της Λέσχης Ανάγνωσης του ΜΕ.Λ.ΟΜΑ. εχθές.

Διαβάσαμε την «Έρημη Χώρα» του T.S.Eliot.

Ερωτήματα διάφορα:
Τί σημαίνει ανάγνωση; Και μάλιστα, τί σημαίνει ανάγνωση ποίησης; Διαφέρει από την ανάγνωση του πεζού λόγου;

Τα οποία ερωτήματα βεβαίως μας οδηγούν στο τί σημαίνει ποίηση. Είναι ο Μπέκετ ποίηση; Είναι ο Τζόις ποίηση;

Αλλά και ερωτήματα περί του ελιτισμού του Eliot. Αν δηλαδή κάποιοι από εμάς -μιλάμε εδώ για μάλλον εκπαιδευμένους και υποψιασμένους αναγνώστες-, αν λοιπόν κάποιοι από εμάς αδυνατούμε όχι μονάχα να τοποθετηθούμε επί της «Έρημης Χώρας», μα και να την αισθανθούμε, να νιώσουμε το ρυθμό της, να επικοινωνήσουμε μαζί της έστω σε ένα επιφανειακό επίπεδο, αν την διαβάζουμε μονάχα ως ένα "heap of broken images" τα οποία όμως δεν μας λένε τίποτε, αλλά μάλλον ανούσια και βαρετά μας φαίνονται, τότε σε ποιους απευθύνεται το κείμενο αυτό; Αφορά μονάχα τους ποιητές και ίσως κάποιους φιλολόγους; Είναι απλώς ένα κείμενο αναφοράς για όσους μελετούν τον μοντερνισμό ή τον Eliot ή .... κλπ κλπ; Θα την διάβαζε ο σημερινός αναγνώστης, αν δεν έφερε το ειδικό φορτίο που ονομάζεται Eliot και Νόμπελ κλπ κλπ κλπ; Θα της έδινε σημασία ο ποιητής ή ο φιλόλογος αν την έβλεπε αναρτημένη σε ένα τυχαίο blog κάποιου ανώνυμου μπλόγκερ;

Φυσικά και κάποιοι απόλαυσαν την ανάγνωση. Συγκινήθηκαν. Ο Eliot τους έμοιασε απολύτως σημερινός. Να βλέπει την αγονία αυτού που όλοι ζούμε, να την αναγνωρίζει από απόσταση ενός σχεδόν αιώνα, εκείνος, ο εξόριστος ποιητής ή ο προφήτης Τειρεσίας ή ο πνιγμένος ναύτης με τα θρυμματισμένα κόκκαλα ή η μοναχική γραμματέας με το TV dinner και το διεκπεραιωτικό σεξ. Περσόνες που χρησιμοποιεί ο Eliot, ιστορίες που λέει, να ξεκινούν από την εποχή που ο κεραυνός μιλούσε και έπλαθε τον κόσμο, για να φτάσουν μέχρι το αποστεωμένο Λονδίνο της μοναξιάς, της αποξένωσης, της απόγνωσης, της μόλυνσης των ψυχών, των νεκρών του πολέμου, της έλλειψης της όποιας ελπίδας και πίστης.

Ψάξαμε να βρούμε κι αν ο μοντερνισμός έχει τελειώσει, αν έχει πράγματι υπάρξει ο μεταμοντερνισμός, ή αν αναμασούμε και ξαναψάχνουμε όλα εκείνα που απασχόλησαν τους φωτισμένους και παθιασμένους δημιουργούς των αρχών του προηγούμενου αιώνα. Μήπως οι κατηγοριοποιήσεις αυτού του είδους είναι μονάχα για να εξυπηρετούν τους φιλολόγους; Μήπως μιλάμε πάντα για τα ίδια ζητήματα, ψάχνοντας μονάχα για καινούριους τρόπους να πούμε την ολόδική μας αλήθεια; Μήπως ο Ραμπελαί είναι ένας μοντερνιστής;

Δεν ψάξαμε για νόημα. Αυτό -το ξέρουμε καλά- δεν υπάρχει. Όχι με την έννοια της μίας απόλυτης, καθολικής αλήθειας. Υπάρχουν νοήματα. Όσα και οι αναγνώστες. Ειδικά όταν μιλάμε για αληθινή τέχνη.

Το ζήτημα είναι να θέτουμε ερωτήματα. Και να ψάχνουμε να επικοινωνήσουμε με κείμενα, ανθρώπους, καταστάσεις. Η άσκηση στην αναζήτηση μας παιδεύει να είμαστε στ' αλήθεια ζωντανοί.

Υ.Σ. Ευχαριστώ τη Μελίνα για τον συν-συντονισμό.