Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 2008

Το τετραγωνικό


"Νομίζω πως ένα τετραγωνικό σου αρκεί" ο τίτλος. Παρουσίαση κειμένων του εργαστηρίου θεατρικής γραφής σε μορφή ζωντανού αναλογίου με ηθοποιούς του studio Νάμα, ο υπότιτλος.

Οι φοιτητές του εργαστηρίου θεατρικής γραφής στο θέατρο Επί Κολωνώ θα δουν τα κείμενά τους να παίζονται. Ο δάσκαλός τους, ο Ανδρέας Φλουράκης, στο πρόγραμμα της παράστασης τονίζει "πως ένας νέος συγγραφέας αποκτά πραγματική ευθύνη των γραπτών του μόνο όταν παρουσιάζονται ενώπιων θεατών".

19 λοιπόν φοιτητές της σχολής παρουσιάζουν τα κείμενά τους σε ένα σπονδυλωτό έργο, υπό τη σκηνοθεσία της Αλεξάνδρας Παυλίδου, τη δραματουργική επεξεργασία της Μαρίας Τρανού και την καλλιτεχνική επιμέλεια της Ελένης Σκότη. Στο φουαγιέ του θεάτρου Επί Κολωνώ, για δύο ακόμα τριήμερα (18-20/9 και 25-27/9/08 στις 21.30).


Πέρα από την υποστήριξή μας σε τέτοιες προσπάθειες, εμείς θα πάμε και για έναν ακόμα λόγο: για να παρακολουθήσουμε τις σκηνές "Η χαρουπιά" και "Φλερτ" της Θεώνης Δέδε και της Ανδρονίκης Μαστοράκη αντίστοιχα, δυο αγαπημένων μελών της ομάδας μας...
Εικόνα: Στέφανος Ρόκος, Ιφιγένεια 1999

Πέμπτη 11 Σεπτεμβρίου 2008

Αυτή η Οιδίπα είναι λίγο χαζοβιόλα;


Διάβαζα τις τελευταίες ημέρες τη «Συλλογή των 49 στο σφυρί» του Τόμας Πίντσον. Στο πλαίσιο της προετοιμασίας μου για τον συντονισμό της συζήτησης επί του εν λόγω βιβλίου (μαζί με τη Νίκη, φυσικά) στη Λέσχη Ανάγνωσης του ΜΕΛΟΜΑ, είχα κατεβάσει από τη βιβλιοθήκη μου μία ντάνα θεωρητικών κειμένων για να δω τους διάφορους τρόπους με τους οποίους θα μπορούσε να ειδωθεί το μυθιστόρημα του Πίντσον.

Και μετά διάβασα αυτά γράφει ο φίλος badpupil στο blog του (http://badpupil.blogspot.com/2008/09/119.html).


«Οι βασικές ανάγκες δεν θεραπεύονται σ’ αυτόν [τον σύγχρονο Δυτικό] κόσμο. Ικανοποιούνται πρόχειρα, γρήγορα, επιδερμικά: fast-food, fast-fuck, fast-read, fast-die κ.λπ. Στο μεταξύ οι φαντασιακές ανάγκες απορροφούν όλο και μεγαλύτερο μέρος της ζωής.

[...]

Φτάσαμε έτσι στο σημείο εκατομμύρια άνθρωποι στον Δυτικό κόσμο να χάνουν τη βούληση για ζωή: αρνούνται να ξέρουν, να συμμετέχουν, να σκέπτονται, να πονούν, αρνούνται ακόμα και να πεθάνουν. Αποξενώθηκαν από τις βασικές ανάγκες σε τερατώδη βαθμό. Εθίστηκαν να ζουν φαντασιώνοντας την ικανοποίηση των βασικών αναγκών ως μια ακόμα αγορά, κατάκτηση, αποθησαύρισμα, ανταλλακτική αξία. Εκατομμύρια άνθρωποι στον Δυτικό κόσμο βιώνουν μια, τρομακτική σε έκταση, μεταφυσική υπέρβαση των βασικών τους αναγκών. »

Και σκέφτηκα πως ΝΑΙ αυτόν ακριβώς τον κόσμο περιγράφει ο Πίντσον και γι΄αυτό ακριβώς ένιωθα να σφίγγεται το στομάχι μου, άρρωστη να περιφέρομαι κάθε που έκλεινα το βιβλίο του. Δεν υπάρχει νόημα, δεν υπάρχουν σχέσεις, δεν υπάρχει γλώσσα, δεν υπάρχει επικοινωνία. Άρα; Άρα ποια είναι η λύση; Αν αυτή είναι η αλήθεια του σύγχρονου δυτικού ανθρώπου, τότε πώς μπορεί να βγει από αυτόν τον φαύλο κύκλο κατανάλωση-δουλειά-κατανάλωση; Μπορεί να βγει;

Και τότε έφτασε στο mail box μου το ερώτημα ενός μέλους της Λέσχης του ΜΕΛΟΜΑ:
«Αυτή η Οιδίπα είναι λίγο χαζοβιόλα; »

Στην αρχή γέλασα - υστερικά.

Αλλά γρήγορα κατάλαβα ότι ναι η Οιδίπα είναι πράγματι λίγο χαζοβιόλα. Όπως κι εγώ κι εσύ και όλοι μας. Αυτό που μου/σου/μας συμβαίνει είναι επειδή έχουμε χαζέψει. Αν όλοι παραδεχόμαστε ότι είμαστε πιόνια στα χέρια της διαφήμισης και του lifestyle, γιατί επιτρέπουμε να μας συμβεί; Μήπως έχουμε πια γίνει αληθινά κουτοί; Γιατί ζούμε με τον τρόπο που κάποιοι μας λένε να ζούμε, αν αυτός ο τρόπος δεν μας οδηγεί σε κάποια μορφή ευτυχίας;

Μάλλον δεν θα έχω τις θεωρίες της λογοτεχνίας στο πλάι μου, στη δεύτερη ανάγνωση του Πίντσον. Μάλλον θα τον ξαναδιαβάσω μέσα από τη ματιά της δικής μου ζωής. Αν δεν έχει κάτι να πει για τη δική μου ζωή, τότε γιατί θα πρέπει να με αφορά; Και μάλλον θα τον διαβάσω ήσυχα, προσπαθώντας να τον αφουγκραστώ, να συναντηθώ μαζί του.

Μάλλον θα προσπαθήσω να γίνω παλιομοδίτισσα, να αγαπήσω, να δωθώ, να ρισκάρω, να ζήσω και να πεθάνω σε χρόνο αργό, «σε χρόνο Jane Austen», όπως έλεγα σε κάποιο ποίημα που δεν εκδόθηκε ποτέ .

Και μάλλον θα πάρω τους φίλους μου και τον αγαπημένο μου να πάμε μια βόλτα για ουζάκια.

Ίσως έτσι κάτι να αρχίσει να αλλάζει. Αλλιώς η Οιδίπα θα είναι όντως μια χαζοβιόλα. Κι εγώ, φυσικά, μαζί της.

Τρίτη 9 Σεπτεμβρίου 2008

Θάνατος στη Βενετία




" Ένα αξιόλογο έργο τέχνης, για να μπορέσει να ασκήσει μια πλατειά και βαθειά επίδραση, έχει ανάγκη απ΄την ύπαρξη μιας μυστικής συγγένειας ή ακόμα μιας συνταύτισης, ανάμεσα στην προσωπική μοίρα του δημιουργού του και ολάκερης της σύγχρονης γενιάς του."

Ο Τόμας Μαν κατεβαίνει στον Άδη. Αλλά έναν Άδη χαράς, γαλήνης, ηρεμίας, επιτέλους πληρότητας. Όχημα, φυσικά, η ομορφιά. Αυτή είναι "ο δρόμος που μας οδηγεί απ΄το αισθητό στο πνεύμα.". Η ομορφιά η καθαρή τον οδηγεί. Σ΄αυτήν αφήνεται ευτυχισμένος, κολυμπώντας ενάντια σε κάθε -μέχρι τότε- βεβαιότητα της ζωής του. Ο αφηγητής, ο γεμάτος λόγια που ποτέ δεν ξεστομίζει, βρίσκει αυτή η ομορφιά εντελώς απτή στο πρόσωπο του νεαρού Τάτζιο.

Ναι, τον ερωτεύεται, και ναι αφήνεται στον θάνατο ευτυχισμένος που αγάπησε αυτό το αγόρι. Η απόλυτη χαρά. Το παραμύθι. Το δόσιμο στο αχανές του τίποτε. Το ευτυχές δόσιμο. Το τελειωτικό.

Ο Μαν ονειροβατεί μαζί με τον αφηγητή του. Στη γοητεία και τη βρώμα της Βενετίας. Στην ύποπτη καθαρότητα και την ηδονική αρρώστια. Συνομιλεί με τον Πλάτωνα και τον Σωκράτη, περί θεού, τέχνης, μορφής, ομορφιάς, ζωής. Ταυτοχρόνως όχι μονάχα εκφράζει, αλλά δείχνει, την δική του άποψη περί λογοτεχνίας. Γιατί γράφουμε, πώς γράφουμε, γιατί δεν μπορούμε παρά να γράφουμε. Κι αν αυτά αρκούν για να δημιουργήσουμε καλλιτεχνικό έργο.

Κείμενο ονειρικό, ποιητικό, ήσυχο, τρομακτικό. Σαν ναρκωτικό. Σαν βύθιση στα νερά της Βενετίας. Σαν καλότυχος θάνατος.

Υ.Σ. Αναρωτιέμαι πώς και αυτό το ομοφυλοφιλικό και παιδοφιλικό κείμενο δεν απαγορεύτηκε, δεν λογοκρίθηκε, αλλά αντίθετα γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Κυκλοφόρησε το 1912. ("Ο εραστής της Λαίδη Τσάτερλυ" κυκλοφόρησε το 1928 και ο καημένος ο Λώρενς πέρασε τη ζωή του στα δικαστήρια να υπερασπίζεται το έργο του.) Μήπως επειδή η ερωτική σχέση στον Μαν δεν γίνεται ποτέ σεξουαλική; Η ματιά του πρωταγωνιστή είναι σίγουρα ηδονοβλεπτική. Απλώς δεν τολμά να προχωρήσει παραπέρα. Ίσως να πρόκειται για περίπτωση όπως του Παπαδιαμάντη, που "άγιασε" παρά τα τόσα και τόσα κοριτσάκια που ερωτοβόλα κυκλοφορούν στα διηγήματά του. Ίσως...

Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2008

Τζ. Μ. Κούτσι, Τα χρόνια του σιδήρου

Η αγωνία μιας ηλικιωμένης γυναίκας στο πρόθυρα του τέλους της,
που έχει να αντιπαλέψει την προσωπική απώλεια ζωής σε ένα περιβάλλον ερημιάς καθώς οι συναισθηματικοί δεσμοί, με αυτό που αποκαλεί επέκταση της ζωής της, την κόρη της, έχουν υποστεί τις επιπτώσεις της μακρόχρονης απόστασης (η κόρη έχει εγκαταλείψει την πατρική εστία και πατρίδα με την αποδοχή της μάνας) και το ευρύτερο της περιβάλλον είναι σαθρό και απογυμνωμένο από όποια συναισθηματική χροιά, καθώς το καθεστώς του απαρχάϊντ στην Νότια Αφρική περιβάλλει τα πάντα με βρωμιά.
Μέσα στη βρωμιά πρέπει να αφήσει την ψυχή της και η Κάρεν, μια γυναίκα παιδευμένη στον Δυτικό ουμανισμό, καθηγήτρια κλασσικής φιλολογίας. Από την πρώτη μέρα που μαθαίνει για το επερχόμενο τέλος της προσπαθεί σχεδόν ανεπαίσθητα και σαν να είναι όλως τυχαία, να υφάνει δεσμούς που θα επιτρέψουν στην ψυχή της να παρέλθει αγγιγμένη, έστω και στα ακροδάχτυλα, από τις απαλές φτερούγες ενός άγγελου προστάτη που, έστω την ύστατη στιγμή, θα μαλακώσει την αγριάδα του σιδήρου που την περιβάλει, θα δώσει ύπαρξη στο ανθρώπινο και θα μετουσιώσει την βρωμιά, για να μπορέσει να κάνει την έξοδό της.
Ρεαλιστική η γραφή του Κούτσι, αλλά ο πυρήνας έχει έντονα στοιχεία συμβολισμού. Ο κύριος Βερκέιγ, ένα απόβρασμα, στεγνό, βρωμερό, απογυμνωμένο σχεδόν από οτιδήποτε ανθρώπινο, πιθανώς να αντιπροσωπεύει την κατάσταση της Νότιας Αφρικής ή να αντικατοπτρίζει ένα από τα παιδιά που γέννησε το απαρχάϊντ. Την ακολουθεί και τον ακολουθεί ψωμοζώντας με ελάχιστα ανθρώπινα και η Κάρεν ενίοτε τον εκπαιδεύει, τον προετοιμάζει να γίνει ο Ερμής του ημερολογίου της προς την κόρη της.
Η κόρη της, γέννημα της Κάρεν, η επέκτασή της, έφυγε από την δυσωδία και έτσι το μέρος του μέλλοντος της έδωσε τέρμα στη βρώμα της. Παρά ταύτα την κόρη, παρότι απούσα, επιλέγει να την κάνει κοινωνό των συμβάντων. Η λήθη ναρκώνει. Η Κάρεν στην προσπάθεια της να βρει ψήγματα ανθρώπινης καθαρότητας (όχι με τη δογματική ματιά του ουτοπικού καθαρού, αλλά απλά της ανθρώπινης ενσυναίσθησης) γύρω από τον κόσμο που την περιβάλλει, επιλέγει τον απόκληρο του καθεστώτος καθώς στη Φλόρενς, την έγχρωμη οικιακή βοηθός της, το γιο της και το φίλο του (ατσάλινοι αυτοί, παιδιά του πολέμου, φτιαγμένα όμως από σάρκα που σχίζεται από τα βόλια και τρέχει πηχτό το αίμα τους μουλιάζοντας τα πόδια της Κάρεν) δεν μπορεί να βρει αγαλλίαση η παλλόμενη πριν το τέλος ψυχή της.
Κάποια σημεία παραπέμπουν στο μελό και στιγμιαία αδυνατίζουν το κείμενο από την δεινότητα του. Στις πιο πολλές στιγμές του όμως είναι ένα καλά και με ευαισθησία δουλεμένο έργο που αποτυπώνει την προσωπική υπαρξιακή αγωνία που εμπλέκεται στα γρανάζια ενός χυδαίου συστήματος και κραυγαλέα μεγεθύνει την αγωνία της ύπαρξης.Μια ανησυχία διακατέχει τον αναγνώστη για την όποια δυσωδία γύρω του.

Τί είδε ο Κινέζος;


Διαβάζω τα παρακάτω σε σημερινό άρθρο της κυρίας Σελλά στην «Καθημερινή»:

«Στο ελληνικό περίπτερο, καλόγουστο, λειτουργικό και ευρύχωρο, η σύγχρονη Κίνα είχε μια ακόμα επαφή με τη σύγχρονη Ελλάδα, μέσα από τα αναγνωρίσιμα στοιχεία του παρελθόντος.

Ετσι, οι Κινέζοι επισκέπτες φωτογραφίζονται φανατικά μπροστά από ένα αντίγραφο της Αφροδίτης της Μήλου ή από ένα κοστούμι αρχαίας τραγωδίας που εκτίθεται στο περίπτερο, παρακολουθούν γοητευμένοι την ταινία «Ζορμπάς» με κινεζικούς υπότιτλους ή ξεφυλλίζουν αχόρταγα τα βιβλία αρχαίου πολιτισμού. Οι περισσότεροι Κινέζοι αυτό ξέρουν από την Ελλάδα: τον αρχαίο πολιτισμό. Ομως, ειδικά μετά τους Ολυμπιακούς, σαν να ξεπέρασαν την εσωστρέφεια. Επιζητούν επαφή, επικοινωνία, αλληλεπίδραση. Αντιγράφουν με θετικό τρόπο ό,τι μπορεί να τους φέρνει πιο κοντά στον σύγχρονο κόσμο.
[...]

Η σύγχρονη Ελλάδα έχει κάνει πολλά βήματα επαφής και σύνδεσης με τη σύγχρονη Κίνα (μέχρι και δύο σουβλατζίδικα άνοιξαν φέτος στο Πεκίνο).»



Αναρωτιέμαι αν η σύγχρονη Ελλάδα έχει να δείξει την Αφροδίτη της Μήλου, τον Ζορμπά και τα σουβλατζίδικα. Ή αν τέλος πάντων έχει να δείξει αυτά και μόνο αυτά.


Δεν παράγουμε πια πολιτισμό; Αν ναι, ίσως είναι καλύτερη η σιωπή.


Παράγουμε πολιτισμό; Αν ναι, γιατί δεν προβάλλεται; Φόβος; Βαρεμάρα; Εμπορικά συμφέροντα;


Εκείνο που διαπιστώνω είναι ότι οι «αρμόδιοι» συχνά δεν αγαπούν αυτό για το οποίο είναι αρμόδιοι. Και αναρωτιέμαι: ο χαμός που έγινε για τη «Μήδεια» φέτος το καλοκαίρι θα γινόταν για κάποιο βιβλίο;

Υπάρχει έγνοια για το βιβλίο; Μήπως τελικά είναι καλύτερη η σιωπή; Ή η οργή; Δεν ξέρω.






Τρίτη 2 Σεπτεμβρίου 2008

Μίχαελ Έντε, Ιστορία χωρίς τέλος


Στο αίθριο των εκδόσεων Μεταίχμιο, το μυθιστόρημα του ΜΙΧΑΕΛ ΕΝΤΕ μάς παρέσυρε σε μια συζήτηση για τις βασικές ιδέες του βιβλίου—το παιχνίδι μεταξύ καλού και κακού, η φιλία, η μνήμη, η αγάπη ως παράγοντες επαναφοράς μιας ισορροπίας που χάθηκε από την αλόγιστη χρήση της εξουσίας—, και μας ανάγκασε στον ορισμό θεμελιωδών εννοιών: πού σταματά η φαντασία του συγγραφέα και πού ξεκινά εκείνη του αναγνώστη σε κάθε αναγνωστικό ταξίδι, τί είναι τελικά φαντασία και τί είναι εκείνο που ο συγγραφέας ονομάζει «Τίποτα», τί είναι παραμύθι και ποια αρχέτυπα της ανθρώπινης ύπαρξης ξεσκεπάζονται αν τραβήξουμε το νήμα της παραμυθίας ώς την αρχή του... Ήταν μια ατέλειωτη συζήτηση. Και ίσως αυτές ακριβώς τις συζητήσεις να είχε στο μυαλό του ο συγγραφέας όταν έγραφε την ΙΣΤΟΡΙΑ ΧΩΡΙΣ ΤΕΛΟΣ.

Τρίτη 5 Αυγούστου 2008

Ντόρις Λέσινγκ, Το πέμπτο παιδί

Δεν είχα διαβάσει Ντόρις Λέσινγκ. Την άκουσα κάποια στιγμή στην παρέα του ΜΕΛΟΜΑ, αλλά αδιαφόρησα. Την ξανάκουσα κι αργότερα με το νόμπελ αλλά και πάλι αδιαφόρησα. Μέχρι εχθές, οπότε και διάβασα «Το πέμπτο παιδί». Γραφή καθαρή, χωρίς στολίδια και καρικεύματα, μεστή και ουσιώδης, καίρια και αιχμηρή. Αφήγηση ρέουσα απ’ την αρχή ως το τέλος, χωρίς κενά, χωρίς κεφάλαια, χωρίς ενότητες, που σ’ αναγκάζει να ακολουθήσεις το ρυθμό της για να φτάσεις στο τέλος και να κλείσεις το βιβλίο παγωμένος και βουβός.

Η Χάριετ και ο Ντέιβιντ, δυο ξεχωριστοί άνθρωποι για τις συνήθειες της δεκαετίας του ’60, ονειρεύονται την ευτυχία σ’ ένα μεγάλο σπίτι με πολλά παιδιά. Το όνειρό τους παίρνει σάρκα και οστά στο τεράστιο «σαν ξενοδοχείο» σπιτικό, όπου συγκεντρώνεται όλο το σόι στις γιορτές των Χριστουγέννων, του Πάσχα, του καλοκαιριού. Μέχρι την έλευση του πέμπτου παιδιού. Ο Μπεν είναι διαφορετικός. Είναι αλλόκοτος, βίαιος, κακός. Η γαλήνη της οικογένειας ανατρέπεται και σταδιακά όλοι απομακρύνονται από κοντά τους. Συγγενείς και φίλοι πείθουν τελικά το ζευγάρι να κλείσουν τον Μπεν σ’ ένα ίδρυμα απ’ όπου δεν βγήκε ποτέ κανείς, όπου κανείς δεν αναζήτησε ποτέ κανέναν. «Όσοι παρατάνε εδώ τα παιδιά τους δεν έρχονται ύστερα να τα δουν».
Κι όμως η Χάριετ δεν αντέχει. Πηγαίνει και παίρνει πίσω τον Μπεν, βάζοντας οριστικά ταφόπλακα στην οικογενειακή της ευτυχία. Τα υπόλοιπα παιδιά εγκαταλείπουν σιγά-σιγά την πατρική εστία, ο ίδιος ο Ντέιβιντ απομακρύνεται από την Χάριετ.
Κι όμως εκείνη μόνη κι αβοήθητη, κι ας μισούσε το πέμπτο της παιδί που την τυράννησε όσο κανένα ήδη απ’ την κύηση, κι ας είχε ευχηθεί να το δει να πέφτει απ’ το παράθυρο, δεν μπορούσε να το εγκαταλείψει. Δεν μπορούσε να το σκοτώσει.
«Εντάξει, είπε νοερά στον αθέατο Ντέιβιντ, αλλά ξέρω πως θα ‘κανες κι εσύ το ίδιο, αν δεν το έκανα εγώ… Τέτοιοι άνθρωποι είμαστε και, καλώς ή κακώς, δεν μπορούμε ν’ αλλάξουμε.»






Στο πέμπτο παιδί δεν μπορούμε να μιλάμε μόνο για το σεβασμό του διαφορετικού. Στην ιστορία υπάρχει ένα ακόμα "άρρωστο" παιδί, που πάσχει από σύνδρομο Ντάουν και το οποίο ωστόσο περιβάλλεται από αγάπη και φροντίδα, κάτι που δεν συμβαίνει με τον Μπεν. Η Λέσινγκ επικεντρώνεται στον Μπεν που είναι επιπλέον αλλόκοτος, βίαιος, κακός, και καταφέρνει να τραβήξει τον αναγνώστη στην πλευρά της Χάριετ - και του Μπεν, όχι γιατί μιλά απλά για μια μάνα που δεν μπορεί να εγκαταλείψει το «διαφορετικό» παιδί της, αλλά γιατί μέσα από την Χάριετ αναδεικνύει τη χαμένη ανθρωπιά, ως ένα απύθμενο ψυχικό εργαλείο που δεν αδρανοποιείται ποτέ. Κι η ανθρωπιά αυτή είναι τυφλή, γιατί μόνο και μόνο δεν υπόκειται σε κανέναν (κοινωνικό) κανόνα. Ταυτιζόμαστε ή κατανοούμε πλήρως τους συγγενείς τους ή και τον Ντέιβιντ, που της λένε άσε τον Μπεν έχεις κι άλλα τέσσερα παιδιά και αυτά σε χρειάζονται, ή με τον Μπεν καταστρέφεις την οικογένειά σου, ίσως και να ακούγεται κάπου στο βάθος και η δική μας η φωνή που συνηγορεί μαζί τους, ναι κι εμείς το ίδιο θα κάναμε, θα το κλείναμε στο ίδρυμα, αλλά ξέρουμε τελικά ότι η εξέλιξη δεν θα μπορούσε να ήταν άλλη απ’ την απόφαση που πήρε η Χάριετ, κι ας ξέρει ότι ο Μπεν το πιο πιθανό είναι – αν δεν το έχει ήδη κάνει – να μπλεχτεί σε παράνομες ιστορίες… Το δέχεται, δεν κάνει τίποτα να τ’ αποτρέψει γιατί ξέρει ότι δεν μπορεί να προσφέρει τίποτα περισσότερο στον Μπεν, απ’ τη ζωή που του ‘χει προσφέρει ως τώρα. Η Χάριετ είναι εντάξει με τη συνείδησή της κι αυτό της αρκεί…

Η Λέσινγκ αφήνει τη Χάριετ να μιλήσει και να αναπτύξει την κοσμοθεωρία της. Δυο φορές ωστόσο ανοίγει την αφήγηση προς τον αναγνώστη. Στην πρώτη απευθύνεται στους γνώστες της αγγλικής κοινωνίας για το αγγλικό ταξικό σύστημα, αλλά αδυνατώ να καταλάβω το λόγο. Στη δεύτερη όμως, «όπως όλοι ξέρουμε…», αναφέρεται στις διαβαθμίσεις των μαθητών στα σχολεία και σε ποια κατηγορία ανήκει ο Μπεν, όχι για να κατατάξει ο αναγνώστης τα δικά του παιδιά, αλλά για να φέρει το θέμα του Μπεν και των ομοίων του ξεκάθαρα δίπλα μας. Η Λέσινγκ απλά μας κλείνει το μάτι…


Η ιστοσελίδα της Λέσινγκ: http://www.dorislessing.org/