Κυριακή 4 Ιουλίου 2010

"Τα ονόματα" του Ντον ΝτεΛίλλο

Στην τελευταία λέσχη διαβάσαμε και σχολιάσαμε «Τα ονόματα» του Ντον Ντελίλλο. Τώρα το διαβάσαμε είναι λιγάκι υπερβολικό διότι από τα παρόντα μέλη της λέσχης μόνο η γράφουσα που φέρει και την ευθύνη της επιλογής του παραπάνω βιβλίου ολοκλήρωσε την ανάγνωσή του. Τα υπόλοιπα μέλη το άφησαν στη μέση...


Πρώτα λίγα λόγια για τον συγγραφέα. Ο Ντον ΝτεΛίλλο γεννήθηκε το 1936 στο Μπρονξ της Νέας Υόρκης από γονείς ιταλικής καταγωγής. Έκανε σπουδές επικοινωνίας και δούλεψε για λίγο στη διαφήμιση. Έζησε στην Αθήνα από το 1979 έως το 1982. Μετά επέστρεψε στη Νέα Υόρκη όπου ζει μέχρι σήμερα. Έχει γράψει μυθιστορήματα και θεατρικά έργα και έχει τιμηθεί με διάφορα βραβεία.


Ο ήρωας στα ονόματα είναι ένας αμερικανός που ζει στην Αθήνα και δουλεύει ως «αναλυτής κινδύνου» που όπως εξηγεί ο ίδιος: «Είναι ένας σωρός από οργανωμένες εικασίες. Εξασφάλιση από πολιτικό κίνδυνο. Εταιρείες που δεν θέλουν να βρεθούν αντιμέτωπες με κάποιο κίνδυνο». Στο τέλος του βιβλίου μαθαίνουμε ότι οι πληροφορίες και οι εικασίες διοχετεύονταν στην CIA. Η αφήγηση παρακολουθεί τον ήρωα, τις επαφές του με τους ομοεθνείς του που ζουν κι αυτοί στην Αθήνα και έχοντάς την ως ορμητήριο ταξιδεύουν σε Τουρκία, Κύπρο, Αφρική και Μέση Ανατολή. Επίσης τη σχέση του με την πρώην γυναίκα του που εργάζεται σε μια αρχαιολογική ανασκαφή σε κάποιο νησί του Αιγαίου, και την σχέση του με τον εννιάχρονο γιο του. Στην ιστορία εμπλέκεται και μια αίρεση τα μέλη της οποίας δρουν στον ευρύτερο χώρο της Ανατολής και δολοφονούν ανθρώπους των οποίων το όνομα έχει το ίδιο αρχικό γράμμα με το όνομα του χωριού ή της πόλης που ζουν. Η έρευνα για την αίρεση θα οδηγήσει τον ήρωα από ένα νησί του Αιγαίου, στη Μάνη, στην Ιορδανία, στην Ιερουσαλήμ και στην Ινδία. Η αφήγηση κλείνει με την δολοφονική απόπειρα εναντίον ενός αμερικανού στην Αθήνα από κάποια οργάνωση τύπου 17η Νοέμβρη.


Ο αφηγητής είναι ακριβοδίκαιος, δεν παίρνει θέση ούτε κλίνει σε κάποια πλευρά. Αφηγείται την ιστορία χωρίς συναισθηματικές εμπλοκές. Αυτό είναι ένα στοιχείο που χρεώνει η κριτική στον ΝτεΛίλλο αλλά και οι περισσότεροι από τους συναναγνώστες της λέσχης. Ότι το στεγνό ύφος του συγγραφέα τους εμπόδισε να τελειώσουν την ανάγνωση του βιβλίου. 


O ίδιος ο ΝτεΛίλλο σε μία από τις σπάνιες συνεντεύξεις του λέει ότι συνεχίζει την παράδοση του κοινωνικού μυθιστορήματος. Για την γράφουσα είναι ένας σπουδαίος συγγραφέας που προσπαθεί να ερμηνεύσει και να αποκωδικοποιήσει το σήμερα. 

Τρίτη 13 Απριλίου 2010

Βίντοσαβ Στεβάνοβιτς "Διαθήκη"


Ο Βίντοσαβ Στεβάνοβιτς γεννήθηκε το 1942 στο Κραγκούγιεβατς και ζούσε για τριάντα χρόνια στο Βελιγράδι. Μετά το 1991 αυτοεξορίστηκε από τη χώρα του, πρώτα στην Ελλάδα, στη συνέχεια στο Παρίσι. Από το 1995 ζει στη Σερβία.



Από τα πιο γνωστά του βιβλία είναι η «Διαθήκη» που διαβάσαμε στη λέσχη ανάγνωσης, ένα «μυθιστόρημα σε 52 ολονυκτίες», όπως χαρακτηρίζεται, όπου οι ήρωες σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση πάντα, αποκαλύπτουν και αποκαλύπτονται μέσα από την εμπειρία του πολέμου. Όλα και όλοι στρέφονται γύρω από τον πόλεμο, χωρίς να (τους) ενδιαφέρει αν υπάρχει κάτι πίσω ή πέρα από αυτόν. Η ανθρώπινη φύση αναδεικνύεται σε όλο το εύρος της γιατί το μοναδικό της δημιούργημα είναι ο πόλεμος, ο οποίος καταφέρνει να αναδείξει το καντάντημα των ανθρώπων και να τονίσει όλα τα αρνητικά χαρακτηριστικά τους. Οι άνθρωποι χάνουν όλα όσα χαρακτηρίζουν το ανθρώπινο γένος και επαναφέρουν συνεχώς και εν πλήρει συνειδήσει το κακό. Το κακό είναι η μόνο επιλογή, φαίνεται να λέει ο Στεβάνοβιτς, ένα κακό που τους λύνει τα χέρια: είναι μονόδρομος.



Η οπτική αυτή του «μαύρου» είναι επιλογή του Στεβάνοβιτς που επιμένει και την υπηρετεί καλά, αποκόπτωνας απ’ τα λόγια του Ηράκλειτου «πόλεμος πατήρ πάντων» την έννοια της δημιουργίας που ενυπάρχει στον αρχαίο φιλόσοφο. «Αν δεν ξέσπαγε κάποιος πόλεμος θα σφαζόμαστε μεταξύ μας» (σελ. 128), λέει για να συνεχίσει «Εκείνος που μου έβγαλε την καρδιά, έκανε πολύ καλά. Δεν ακούω τίποτα στο στήθος μου» (σελ. 40) και «Έχασα το τουφέκι και το μαχαίρι, δεν έχω τίποτα πια, δεν περπατάω, δεν αναπνέω. Αντί για κεφάλι, έχω μίσος»(σελ.191) και να καταλήξει «Μας έκαναν και πολλά άλλα, όσα μπορούσαν να περάσουν απ’ το νου τους. Βαριόμαστε ακόμα και να σας τα περιγράψουμε» (σελ. 212).



Ο Στεβάνοβιτς δεν αφήνει ανοιχτά παράθυρα, δεν βλέπει πουθενά μια αχτίδα φωτός. Ακόμα και η χρήση του ονόματος Λαζάρου ως σύμβολο, οι ήρωές του φέρουν όλοι το ίδιο αυτό όνομα, μόνο σαν ένα ειρωνικό σχόλιο για την μετά πόλεμο εποχή μπορεί να εκληφθεί. Ο Λάζαρος μετά την ανάστασή του θα είναι ένας νεκροζώντανος, δεν θα χαμογελάσει ποτέ ξανά.



Ο Έριχ Μαρία Ρεμάρκ στην αρχή του βιβλίου «Ουδέν νεώτερον από το δυτικό μέτωπο» λέει για το βιβλίο του ότι «δεν είναι ούτε κατηγορητήριο ούτε εξομολόγηση και ακόμα λιγότερο μια περιπέτεια, γιατί ο θάνατος δεν είναι περιπέτεια για αυτούς που τον αντιμετωπίζουν. Θα προσπαθήσει, απλούστατα, να μιλήσει για μια γενιά ανθρώπων που, κι αν ακόμα ξέφυγαν από τις οβίδες τους, καταστράφηκαν από τον πόλεμο» για να πει προς το τέλος του βιβλίου «Τι θα συμβεί άραγε ύστερα; Και τι θα απογίνουμε εμείς». Ο Στεβάνοβιτς ξέρει ότι δεν θα υπάρξει μετά. Γιατί δεν υπάρχει τέλος.



Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί την ιστορία, τις παραδόσεις και τους μύθους της χώρας του μέσα σε μια συμβολική και ποιητική γλώσσα που αναδεικνύεται από τη μετάφραση της Γκάγκα Ρόσιτς. Ωστόσο η έλλειψη ενός άξονα που ενδεχομένως θα έκανε πιο συμπαγές το σύμπαν που φτιάχνει ο συγγραφέας, οι πολλές ίδιες οπτικές γωνίες των διαφόρων ηρώων που δεν μπόρεσαν να αποφύγουν τους σκοπέλους της επαναληπτικότητας ήταν στοιχεία που αποθάρρυναν στο να ολοκληρώσουν ή να ευχαριστηθούν την ανάγνωση πολλά μέλη της λέσχης μας.

Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2010

"Θέλετε να χορέψομε Μαρία;"



Θέλετε να χορέψομε Μαρία;, ρωτά η Μέλπω Αξιώτη κι εμείς, οι ΠΑΡΑΛΙΑκοί τύποι, αποφασίσαμε να απαντήσουμε πως ναι, θέλουμε.

«Εγώ μεγάλωσα μέσα σε μια σακούλα χαρτοπόλεμο. Προσπαθούσα να ξεχωρίσω μέσα σ’ εκείνο το πλήθος τα χρώματα , το ιδιαίτερο , που δε θα εξαφανιζόταν με τη γοργή στροφή , να μπερδευτεί με τα άλλα χρώματα»

Περάσαμε χώρια έναν μήνα διαβάζοντας αυτή την κούτσικη νουβέλα. Και έπειτα βρεθήκαμε μαζί να ψάχνουμε να δούμε ποιοι είναι η Μαρία, η Μάρθα, ο Γιάννης, οι μύθοι, η φύση, η πόλη, η παιδική ζωή μας.

Τί θέλει να πει η Αξιώτη μάλλον αποτύχαμε να εντοπίσουμε. Ή πάντως δε μπορέσαμε να δώσουμε κοινώς αποδεκτή απάντηση. Το κείμενο αυτό μοιάζει σαν να γράφτηκε σε μία γλώσσα ξένη, ακατάλυπτη, γεμάτη σιωπές, γλώσσα που γλιστράει από τρόμο μήπως και κάποιος ήρωας τολμήσει να πει το ανείπωτο. Ο πυρετός θα ήτανε αβάσταχτος. Η Αξιώτη –μέγιστη ποιήτρια- προτιμά να αφήσει τον αναγνώστη να νιώσει τα νοήματα. Πού σημαίνει τί; Ότι νοήματα δεν υπάρχουν; Ότι δεν υπάρχει ΤΟ νόημα; Ότι υπάρχει νόημα διαφορετικό για κάθε αναγνώστη;

Η συζήτηση ανάμεσα στα μέλη της Λέσχης μας αποκάλυψε ότι η ομορφιά του λόγου της Αξιώτη μας είχε όλους ζαλίσει (με όλες τις ερμηνείες του όρου). Θαυμάσαμε τη μοντερνίστρια, αριστερή, γυναίκα, συγγραφέα. Θαυμάσαμε το πόσο καινούριο είναι ακόμα το κείμενό της. Πόσο φρέσκο μας μοιάζει. Ασκήσαμε κριτική στην
υπονόμευση από τη συγγραφέα αυτού που λέμε «πλοκή», ειδικά υπό το πρίσμα του σημερινού, χορτασμένου από μοντερνισμό και μεταμοντερνισμό αναγνώστη. Και ευχαριστήσαμε την κυρία Μέλπω για την συγκίνηση που μας είχε δωρίσει.

Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου 2009

"Οι γιαγιάδες" της Ντόρις Λέσινγκ


Η Ντόρις Λέσινγκ γεννήθηκε το 1919 στην Περσία, σημερινό Ιράν, από Βρετανούς γονείς αλλά από τα πέντε της χρόνια έζησε στη Νότια Αφρική όπου εγκαταστάθηκε η οικογένειά της. Από το 1949 ζει στο Λονδίνο. Εξέδωσε το πρώτο της βιβλίο με τίτλο «Τραγουδάει το χορτάρι» το 1950, όπου θέτει ζητήματα που θα την απασχολήσουν σ’ όλη την έκταση του έργου της. Ρατσισμός, σεξουαλικότητα, κοινωνικός εφησυχασμός και ηθελημένη άγνοια. Με το μυθιστόρημά της «Το χρυσό σημειωματάριο» που εκδόθηκε το 1962, η Λέσινγκ θεωρήθηκε απόστολος του φεμινιστικού κινήματος, ρόλος που η ίδια αποποιείται. Στο έργο διερευνά τις συνθήκες ζωής μιας συγγραφέως που ζει κερματισμένη ανάμεσα στις διάφορες ιδιότητές της ως γυναίκα, μάνα, συγγραφέας, πολιτικό ον, αλλά ακόμη και τη θέλησή της να άρει τα όρια μεταξύ των ρόλων της και να υπάρξει ως ολότητα. Πολυγραφότατη, στο ενεργητικό της περιλαμβάνονται περισσότεροι από 50 τίτλοι βιβλίων. Επίσης η Λέσινγκ ήταν πάντα παρούσα στα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα της εποχής της. Το 2007 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ για το σύνολο του έργου της. Η Σουηδική Ακαδημία τη βράβευσε ως την «επική συγγραφέα της γυναικείας εμπειρίας, η οποία με σκεπτικισμό, πάθος και ιδεαλιστική δύναμη υπέβαλε ένα διχασμένο πολιτισμό σε εξονυχιστική έρευνα».

Στο βιβλίο της Λέσινγκ «Οι γιαγιάδες» που σχολιάσαμε περιέχονται τέσσερις νουβέλες. Στην ομώνυμη ιστορία δύο παιδικές φίλες που ζουν παρόμοιες ζωές σ’ ένα ανέμελο κόσμο, όπου υπονοείται το αποικιοκρατικό σύστημα της Νότιας Αφρικής, έχουν ερωτική σχέση η κάθε μια με τον έφηβο γιο της άλλης. Οι σχέσεις αυτές συνεχίζονται μέχρι που ο χρόνος και οι κοινωνικές δομές δείχνουν την παντοδυναμία τους. Κατά γενική διαπίστωση από τα παρόντα στη συζήτηση μέλη της λέσχης, η ιστορία είναι ενδιαφέρουσα αλλά η διαπραγμάτευσή της από τη συγγραφέα μάλλον αποτυχημένη. Η εναλλαγή αφηγηματικής οπτικής δεν επιτρέπει τη διείσδυση στους χαρακτήρες και κάνει την ιστορία πλαδαρή και επίπεδη.

Η δεύτερη νουβέλα «Η Βικτόρια και οι Στάβενι» είναι τοποθετημένη στο σύγχρονο Λονδίνο, όπου η Βικτόρια μια μαύρη απλοϊκή κοπέλα έφερε στον κόσμο ένα κοριτσάκι από λευκό πατέρα που προερχόταν από μεσοαστική οικογένεια με αντιρατσιστικές αντιλήψεις. Η Βικτόρια αποκτά φυλετική συνείδηση όταν βλέπει την κόρη της να μεγαλώνει με τα προνόμια της λευκής φυλής και της αστικής τάξης, προνόμια που είναι απαγορευμένα γι’ αυτήν και για το αγοράκι της που είναι αμιγώς μαύρο. Σ’ αυτή τη νουβέλα, την πιο ενδιαφέρουσα της συλλογής, η επιλογή από τη συγγραφέα των χαρακτήρων, της ήπιας ειρηνικής Βικτόριας και της καλοπροαίρετης οικογένειας των λευκών, κάνει ν’ αναδυθεί με μεγαλύτερη δύναμη το φυλετικό και ταξικό χάσμα που τους χωρίζει.

Στην τρίτη νουβέλα «Η αιτία όλων αυτών» παρακολουθούμε την ακμή και την παρακμή ενός αρχαίου πολιτισμού. Η Ντόρις Λέσινγκ κάνοντας προφανώς προβολή στο σήμερα καταδεικνύει ότι εκείνος ο αρχαίος πολιτισμός κατέρρευσε από κακές επιλογές, αλλά περισσότερο από την πανταχού παρούσα ανθρώπινη βλακεία. Ιστορία αδικαιολόγητα μακριά, που γίνεται φλύαρη και βαρετή – μάλιστα οι περισσότεροι απ’ τους συναναγνώστες δεν άντεξαν να τη διαβάσουν μέχρι το τέλος.

Στην τελευταία νουβέλα «Ο καρπός του έρωτά του», ένας άγγλος στρατιώτης του 2ου παγκόσμιου πολέμου έχει μια ερωτική ιστορία με μια παντρεμένη γυναίκα στη Νότια Αφρική. Όταν μαθαίνει αργότερα ότι απ’ αυτή τη σχέση γεννήθηκε ένα αγόρι βάζει σκοπό της ζωής του να γνωρίσει αυτό το παιδί που η μητέρα του κρατά σε απόσταση για να μην κινδυνέψει η κοινωνική της θέση. Πρόκειται για μια ιστορία που δείχνει το ανακάτεμα και τις ανατροπές που φέρνει ο πόλεμος στις ζωές των ανθρώπων. Η συγγραφέας αναπτύσσει την αφήγησή της γραμμικά αρχίζοντας από τη ζωή του ήρωα προπολεμικά και συνεχίζοντας με την κήρυξη του πολέμου, την κατάταξή του στο στρατό, τη μετακίνηση του συντάγματός του από την Αγγλία στην Νότια Αφρική και εν συνεχεία στην Ινδία. Αυτό το ταξίδι που αναπαριστάται από τη Λέσινγκ αριστοτεχνικά μεταδίδει όλη τη φρίκη του πολέμου χωρίς να περιγράφεται ούτε η ελάχιστη πολεμική αψιμαχία. Οι στρατιώτες στοιβαγμένοι σ’ ένα καράβι στην αρχή του πολυήμερου ταξιδιού χάνουν την ιδιωτικότητά τους κατόπιν την συναίσθηση του σώματός τους και τελικά την αξιοπρέπειά τους.

Αν και οι γιαγιάδες δεν είναι από τα σπουδαία έργα της Λέσινγκ, η στόφα της ως μεγάλης συγγραφέως φαίνεται από τις περιγραφές της, απ’ τον τρόπο που εξελίσσει τους χαρακτήρες, από το πώς χειρίζεται τα θέματά της, αλλά και από την ιδεαλιστική θεώρηση που διαπερνά όλες τις ιστορίες της.

Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2009

Από τη Μόσχα και το Σατανά στον Πόντιο Πιλάτο

Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα, Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ




Ένα πολυπρισματικό μυθιστόρημα χωρίς σαφή άξονα, που μας προβλημάτισε αρκετά.

Τέσσερα είναι τα κύρια θέματα που απασχολούν τον Μπουλγκάκοφ στο μυθιστόρημά του: η ανάδειξη της εποχής του μέσα από τις συνήθειες και τις συμπεριφορές των ανθρώπων κάθε τάξης, αλλά κυρίως των λογοτεχνών. Ο έρωτας του Μαιτρ και της Μαργαρίτας. Η κάθοδος του Σατανά στη γη. Και … ο Πόντιος Πιλάτος.




Στο πρώτο θέμα που αποτελεί και το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου χρησιμοποιεί τη σάτιρα, εύστοχα πολλές φορές, δημιουργώντας τελικά ένα επικαιρικό ή και καταγγελτικό κείμενο, καταπιανώμενος με θέματα και που γνώριζε εκ των έσω και είχε ξαναγράψει και παλιότερα (π.χ. το θεατρικό του έργο Η Ερυθρά Νήσος). Η Μαργαρίτα θα έκανε τα πάντα για να ξανάβλεπε τον Μαιτρ της. Ως και να πουλήσει την ψυχή της στο Διάβολο, ο οποίος στην περιοδεία του επί γης, εκείνες τις μέρες βρέθηκε και στην «άθεη» Μόσχα, για να διασκεδάσει και να ανακατέψει λίγο τους κατοίκους της. Και τα δύο αυτά θέματα είναι μάλλον άνευρα, ο έρωτας της Μαργαρίτας δεν αναδεικνύεται έτσι ώστε να πείσει η επικείμενη σύνδεσή της με το Σατανά, και ο τελευταίος εμφανίζεται τελικά τόσο «καλός», -υπηρετεί κι αυτός με τη σειρά του τον αφέντη του-, τόσο στερεοτυπικά δομημένος και όμοιος με τον αντίστοιχο στον Φάουστ του Γκαίτε, ή αρκετά υπεράνω και αδιάφορος για τα πράγματα από ότι στο «Το χειρόγραφο του κύριου Σολοβάιδ» του Hauff. Γενικά μια ατολμία διατρέχει όλο το κείμενο που γίνεται τόσο φανερή στο «τέλος» του, όπου όλα επανέρχονται στην πρότερη ήρεμη τάξη. Είναι ο φόβος ή η αδυναμία του Μπουλγκάκοφ τελικά να προχωρήσει λίγο παραπέρα τα θέματά του και να δώσει εκείνα τα συστατικά που έκαναν τη Διαβολιάδα του 13-15 χρόνια νωρίτερα ξεχωριστή;

Τέλος, ο Πόντιος Πιλάτος – ένα μυθιστόρημα που έχει γράψει ο Μαιτρ και δεν δέχτηκαν οι συγγραφικοί κύκλοι να εκδώσουν: η αφήγηση της Σταύρωσης του Χριστού στο δεύτερο κεφάλαιο, είναι δείγμα αριστοτεχνικής γραφής από τον Μπουλγκάκοφ. Όμως και πάλι το όλο θέμα είναι ξεκάρφωτο στο σύνολο του βιβλίου. Ακόμα και αν ο Σατανάς έρχεται στην άθεη Μόσχα για να επιβεβαιώσει την παρουσία του ή την αλήθεια της ύπαρξής του, και ο Μαιτρ γράφει για ένα μυθιστόρημα για τον Πόντιο Πιλάτο μια περίοδο όπου όλα αυτά τα θρησκευτικά θέματα καταχωνιάζονται, μάλλον δεν αρκούν στο πλαίσιο που έχει χτίσει ο ίδιος ο συγγραφέας…




Ο Μπουλγκάκοφ φτιάχνει ένα αφήγημα ευχάριστο και ρέον που ο αναγνώστης θέλει να διαβάσει απνευστί, με τα καλύτερα υλικά που θα μπορούσε να έχει στην κουζίνα του, αλλά τελικά το αποτέλεσμα δεν ήταν ικανοποιητικό για μας τους λίγους που συναντηθήκαμε στο καφέ του ΒΟΞ αυτή τη φορά και το συζητήσαμε.



Δείτε κι εδώ:

http://cr.middlebury.edu/public/russian/Bulgakov/public_html/index.html

Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2009

"Μαύρος Κύκνος" του Ντέιβιντ Μίτσελ

Ο Ντέιβιντ Μίτσελ γεννήθηκε στο Σάουθπορτ της Αγγλίας το 1969 και μεγάλωσε στο Γούστερσαϊρ. Αφού τελείωσε το Πανεπιστήμιο του Κεντ, έζησε ένα χρόνο στη Σικελία, έπειτα μετακόμισε στην Ιαπωνία, όπου για οκτώ χρόνια δίδασκε αγγλικά στους φοιτητές του Πολυτεχνείου της Χιροσίμα, για να επιστρέψει εν συνεχεία στην Αγγλία.


Ο Ντέβιντ Μίτσελ έχει γράψει 4 μυθιστορήματα το Ghostwritten-το δέντροτης τύχης , (1999)
number9dream, 2001
Ο άτλας του ουρανού 2004
μαύρος Κύκνος 2006
τα οποία έχουν πάρει διάφορους επαίνους και βραβεία

Ο Μαύρος Κύκνος είναι ένα ημιαυτοβιογραφικό μυθιστόρημά και αναφέρεται στις Εφηβικές ανησυχίες.

Ο Μίτσελ τοποθετεί τη δράση του μυθιστορήματος στην επαρχιακή πόλη Μπλακ Σουάν, το έτος 1982, γράφοντας από την πλευρά εφήβου. Όσοι έχουν διαβάσει τα προηγούμενα βιβλία του «Δέντρο της τύχης» και «Ο Άτλας του ουρανού» θα διαπιστώσουν ότι στον «Μαύρο κύκνο» ο συγγραφέας παρεκκλίνει από το γνώριμο ύφος του. Τα προηγούμενα μυθιστορήματα του, έχουν δαιδαλώδη αφήγηση και πολύτροπη γλώσσα, δηλ. πειραματίζεται με τις φόρμες και τη γλώσσα. Κάνει πολλούς λογοτεχνικούς νεωτερισμούς. Στον «Μαύρο Κύκνο» δεν πειραματίζεται, γράφει με απλό και ρεαλιστικό τρόπο και πολλοί κριτικοί λένε ότι είναι συμβατικός (ο «Κύκνος»).

Ο ίδιος είπε: «Ηθελα ο Τζέισον να είναι αρκετά ασχημάτιστος προκειμένου να γίνεται πειστικός. Δεν ήθελα να μιλάει σαν παιδί-θαύμα, αλλά από την άλλη να προσελκύει το ενδιαφέρον του αναγνώστη». Έχει επίσης πει ότι όταν γράφει ενδιαφέρεται περισσότερο για τους χαρακτήρες παρά για τις ιδέες. Ο ίδιος λέει: «Τα παιδιά σε αυτή την ηλικία δεν έχουν τις ίδιες γλωσσολογικές φόρμουλες με τους μεγάλους - ταιριάζουν με διαφορετικό τρόπο τις λέξεις. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί ξαφνικά να βγάλουν ποίηση και με λίγη τύχη σοφία και διορατικότητα».



(Λίγα λόγια για την ΠΛΟΚΗ)

Καθένα από τα δεκατρία κεφάλαια του βιβλίου παρακολουθεί έναν μήνα της ζωής του Τζέισον, από τον Ιανουάριο του 1982 έως τον Ιανουάριο του 1983 στην περίοδο αυτή γίνεται και ο πόλεμος των Faukland (Αγγλία και Αργεντινή επί πρωθυπουργίας Thatcher). Ο συγγραφέας μιλάει για τη ζωή του Jason ο οποίος πλησιάζει στα 13 του χρόνια.

Ο Τζέισον προσπαθεί να επιβιώσει έχοντας να αντιμετωπίσει τη βία και τις κοροϊδίες στο σχολείο, λόγων της βραδυγλωσσίας και του τραυλισμού του, τις οποίες αποδίδει στον «Δήμιο», τον φανταστικό διώκτη του, ο οποίος είναι ουσιαστικά ο βραδύγλωσσος εαυτός του.



Στη διάρκεια αυτής της ιστορίας, ο ήρωας βαδίζει προς την ωριμότητα, αντιμετωπίζοντας πρόσωπα και εμπειρίες που τον διαμορφώνουν: Το πρώτο δυσάρεστο τσιγάρο, το πρώτο φιλί, ο πόλεμος των Φώκλαντ και ο θάνατος. Μια μποέμ μετανάστρια που του θέτει ερωτήματα για την ομορφιά και την τέχνη. Η οικονομική ύφεση επί Μάργκαρετ Θάτσερ. Ο Καταυλισμός των τσιγγάνων και η υστερία που προξενεί στο χωριό με φόντο το διαζύγιο των γονιών του. Επίσης προσπαθεί να καλύψει το ότι γράφει ποίηση γιατί αυτό δεν ταιριάζει καθόλου με τον περίγυρο του αλλά σε αυτό βρίσκει ένα αδιέξοδο ή είναι μια ανάγκη του.

Τίθεται το ερώτημα εάν «ο Μαύρος Κύκνος» είναι εφηβική λογοτεχνία ή απλά ένα βιβλίο που μιλάει για ένα έφηβο. Και αν ναι, τι είναι εφηβική λογοτεχνία και πως ξεχωρίζει από την υπόλοιπη λογοτεχνία;

Εφηβική Λογοτεχνία: διευρύνει τον κόσμο των εφήβων, τους δείχνει πτυχές του κόσμου και της ιστορίας χωρίς να είναι διδακτική ή δογματική δηλ. όπως και η υπόλοιπη λογοτεχνία αλλά με πιο απλό τρόπο;

Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2009

Τελικά τι έκανε η Αλίκη εκεί κάτω;

Πόσο πραγματικά μπορεί να αποδεσμεύσει κανείς τις αναμνήσεις του από την εντύπωση που του προξενούσε κάποτε ένα παιδικό βιβλίο και να το δει με νέο, ενήλικο βλέμμα; Κι όμως, τα μέλη της λέσχης το προσπάθησαν, καθώς καταπιάστηκαν, καλοκαιριάτικα, με αυτό το τόσο γνωστό και πολυδιαβασμένο και πολύ-ιδωμένο παραμύθι.

Η ζωή του Lewis Carroll(Charles Lutwidge “Do-Do”Dodgson) υπήρξε ιδιαίτερη και επηρέασε σε μεγάλο βαθμό το έργο του, που ήταν αποκλειστικά εμπνευσμένο από τη σχέση του με τα μικρά κοριτσάκια, τη διδασκαλία της λογικής και την καθημερινότητά του. Το βιβλίο κυκλοφόρησε για πρώτη φορά για το ευρύ κοινό και με αυτόν τον τίτλο στις 4/7/1865. Δεν ξέρουμε εάν το βικτωριανό κοινό της εποχής, εντόπισε την κριτική διάθεση προς το πολίτευμα που εντοπίζει ο σημερινός αναγνώστης, ούτε τι σήμαινε γι αυτό η διαρκής αλλαγή του μεγέθους της Αλίκης. Τα μέλη της λέσχης, πάντως, αντάλλαξαν πολύ ενδιαφέρουσες απόψεις.

Για τα μέλη της λέσχης, η έννοια του ταξιδιού αυτού της Αλίκης, εντοπίζεται στην ενηλικίωση. Η δώδεκα φορές αλλαγή μεγέθους είναι μία ένδειξη της αναπότρεπτης πορείας του παιδιού προς τον κόσμο των μεγάλων, είτε αυτό συμβαίνει λόγω φύσης είτε λόγω της στάσης της βικτωριανής εποχής απέναντι στα παιδιά, που τα έβλεπε απλά σαν μικρούς ενήλικες. Η Αλίκη βρίσκεται σε έναν κόσμο που δεν καταλαβαίνει και προσπαθεί να επιβιώσει. Για να το κάνει αυτό πρέπει να χρησιμοποιήσει τις γνώσεις της και τη λογική της και να ορίσει την ταυτότητά της, αλλά αυτό αποδεικνύεται πολύ δύσκολο στον κόσμο που έχει βρεθεί. Ένας κόσμος όπου ακόμα και οι πιο βασικές παραδοχές αμφισβητούνται, όπως το ότι είναι άνθρωπος:

Κάμπιας: Ποια είσαι εσύ;
Αλίκη: Να σας πω, κύριε, δεν είμαι σίγουρη αυτή τη στιγμή…Τουλάχιστον ξέρω ποια ήμουν όταν σηκώθηκα το πρωί, αλλά νομίζω ότι άλλαξα αρκετές φορές από τότε».[i]

Πάντως, είναι αξιοσημείωτο ότι η οπτική ματιά στο έργο που απευθύνεται κατά τα άλλα σε παιδιά, είναι η ματιά ενός ενήλικου στο κόσμο των παιδιών. Ίσως αυτός είναι ένας λόγος που αυτό το διήγημα έχει γνωρίσει τόσες παιδικές διασκευές, που εστιάζουν μόνο στην πλοκή ή στις έντονες και εντυπωσιακές εικόνες και αφήνουν απέξω όλα τα «δύσκολα» υπο-κείμενα που εφάπτονται της ψυχολογίας και της λογικής.


[i] Μετάφραση Έφη Καλλιφατίδη, εκδόσεις Ιδεόγραμμα.