Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2009

Λάρισα, 22/1/09


Την περασμένη Πέμπτη παραβρεθήκαμε σε μια εκδήλωση στη Λάρισα για να υποστηρίξουμε και να χειροκροτήσουμε ένα απ’ τα πρώτα μέλη της ομάδας μας τη Χριστίνα Μπόγκα, η οποία έλαβε μέρος στον Πανθεσσαλικό διαγωνισμό ποιήματος-διηγήματος και κέρδισε το πρώτο βραβείο διηγήματος.
Να την υποστηρίξουμε γιατί αυτό έχει ανάγκη ένας νέος δημιουργός και να τη χειροκροτήσουμε γιατί το διήγημά της ήταν πολύ καλό (δεν γνωρίζω βέβαια τα άλλα – αλλά έχω κάθε δικαίωμα να μεροληπτώ).



Το διαγωνισμό είχε οργανώσει ο Πολιτιστικός Οργανισμός Δήμου Λαρισαίων και το περιοδικό Γραφή, Τετράδια Λογοτεχνίας. Υπήρχαν κάποια σαφώς οργανωτικά προβλήματα διαχείρισης του χρόνου της εκδήλωσης, μια δυσκαμψία συντονισμού: η επιτροπή «πρότεινε» τους νικητές αρχικά, ακολούθησε διάλειμμα με τη Γυναικεία Χορωδία της Λέσχης Φιλόμουσων (η οποία ήταν πολύ καλή) και ακολούθησε η βράβευση.
Από την κριτική επιτροπή ξεχωρίζω την Γιολάντα Πατεράκη (γενική γραμματέα της «Εθνικής Εταιρείας των Ελλήνων Λογοτεχνών» http://www.eeths.gr/full_product1.php?prod_id=ektakta_124&page=2), της οποίας η σεμνή παρουσία και η στιβαρότητα της μορφής πρόσφερε μια κάποια εγγύηση. Τους υπόλοιπους δεν τους γνώριζα (ποιοι ήταν και σχόλια για την εκδήλωση μπορείτε να δείτε και στο blog του περιοδικού Γραφή http://graphi-larissa.blogspot.com/) αλλά δεν σχημάτισα και την τρομερή εικόνα…



Απ’ τα λεγόμενα των διοργανωτών η συμμετοχή στο διαγωνισμό ήταν αρκετά μεγάλη (κάποιες εκατοντάδες ποιήματα, λιγότερα διηγήματα), αλλά διατηρώ αμφιβολίες για το ποιοτικό αποτέλεσμα κυρίως στο κομμάτι της ποίησης, (αν είναι αυτό που μετράει) κρίνοντας απ’ τα τρία βραβευθέντα ποιήματα που διαβάστηκαν από ηθοποιούς.
Το περιοδικό Γραφή απ’ την άλλη έχει μια πολύ καλή πορεία (δείτε το blog του να πάρετε μια γεύση, το τελευταίο του τεύχος είναι αφιερωμένο στον Μ. Καραγάτση), ποντάροντας σε μια υψηλή αξιολόγηση.



Νομίζω ότι απ’ όσα μπορώ να καταλάβω αναγνωρίζω δύο στοιχεία σε όλη αυτήν την προσπάθεια του διαγωνισμού: Το πρώτο είναι αρνητικό και θα το πω με ένα παράδειγμα: όταν σπούδαζα στα Γιάννενα, παρακολούθησα μια έκθεση ζωγραφικής (Ελλήνων καλλιτεχνών όχι όμως μόνο Ιωαννιτών). Την αφίσα της έκθεσης είχε επιλεχθεί να κοσμήσει ένας πίνακας με έναν βοσκό που έπαιζε τη φλογέρα του…
Το δεύτερο στοιχείο είναι ότι αυτός ο περιορισμένος χώρος δράσης-αντίδρασης, μικρής εμβέλειας, επαρχιακός εν γένει, ίσως καθιστά την όλη οργάνωση πιο «αθώα». Ίσως δηλαδή να προστατεύεται και όλο αυτό με το να κρατιέται έξω απ’ τα πράγματα. Δεν ξέρω αν είναι καλό, αν είναι συντηρητικό, οπισθοδρομικό, αλλά έχει μια, κουρασμένη βέβαια, αυθεντικότητα.


Σίγουρα από μια εκδήλωση που παρακολούθησα δεν μπορώ να βγάλω ασφαλή συμπεράσματα για το τι γίνεται ή όχι σε μια πόλη, νομό κ.λπ. κ.λπ.. Και το λέω γιατί σίγουρα γίνονται φιλότιμες προσπάθειες. Η Άννα-booklover για παράδειγμα ζει στη Λάρισα, και, αν και δεν καταφέραμε να πούμε πολλά πράγματα, έδειχνε πολύ ικανοποιημένη και ευχαριστημένη. Να προσθέσω και το free press YourCity (http://www.your-city.gr/index.php) του φίλου Γιάννη Αντάμη ή την οργάνωση των λεσχών ανάγνωσης του Βόλου από τον Ακρίβο.


Αναμφίβολα, ένας διαγωνισμός μπορεί να βάλει κάποιους ανθρώπους σε μια «καλλιτεχνική» τροχιά, ίσως δηλαδή τους δώσει ώθηση να γνωρίσουν βαθύτερα κάποια πράγματα, ίσως, ίσως, ίσως… (Δεν αναιρούνται πάντως αυτά που έχουμε υποστηρίξει ως Λέσχη Ανάγνωσης ΜΕΛΟΜΑ για το Βραβείο Αναγνωστών… για το οποίο ευτυχώς – ευκαιρίας δοθείσης – δεν λάβαμε μέρος…)

Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2009

Μυθιστόρημα με κοκαϊνη ΙΙ

Ο Μ. Αγκέεφ, ένας συγγραφέας-φάντασμα που κανείς ποτέ δεν είδε το πρόσωπό του, που άλλοι θεωρούν επίγονο του Ντοστογιέφσκι κι άλλοι ετερώνυμο του Ναμπόκοφ, μας άφησε δύο μονάχα έργα, σημαντικότερο εκ των οποίων το Μυθιστόρημα με Κοκαΐνη.

Είναι η ημερολογιακή αφήγηση της καθημερινής περιπλάνησης ενός ευφυή αντιδραστικού εφήβου στη Μόσχα του 1920, η αρσενική σχολική φιλία, η αμφίθυμη σχέση με την χήρα μητέρα, η σεξουαλική κατίσχυση επί της γυναίκας και το ταπεινωτικό της αντίβαρο, είναι το φλεγόμενο αδιέξοδο μιας ζωής που δεν επενδύει σε καμιά άλλη ζωή, ο βιολογικός εθισμός από την κοκαϊνή αλλά και ο ψυχικός εθισμός από την κοκαΐνη: η κάθε αυτοκαστροφική έξη που άλλοτε καταδύει τον υπαρξιακό πυρήνα του ήρωα στα σκοτάδια της παραίτησης και άλλοτε τον εισάγει στη σφαίρα μιας ανώτερης αντιληπτικής ορατότητας—εκεί που έκσταση γίνεται διαύγεια και η σύλληψη της ψυχικής οντότητας μεταμορφώνεται σε φιλοσοφική εικόνα: ένα εκκρεμές αενάως ταλαντευόμενο ανάμεσα στα διπολικά ελατήρια του καλού και του κακού (όσο πιο βαθιά συμπιέζεται στο ένα άκρο με τόσο μεγαλύτερη ορμή θα εκτοξευτεί στο απέναντι).

Ο συγγραφέας χειρίζεται τον μακροπερίοδο λόγο, τη συμπυκνωμένη περιγραφή που σφύζει από ειρωνικές μεταφορές, την τραχύτητα της λέξης πάνω στη σέλα της ποιητικότητας καλπάζοντας, πολλές φορές, ώς τον απροκάλυπτο κυνισμό συμπερασματικών αλμάτων που υπερβαίνουν όρια εξωτερικευμένης προσωπικής αλήθειας—μεθοριακές γραμμές ορισμένες απ’ το κοινωνικό αίσθημα περί εκφραστικής παραβατικότητας—τόσο της εποχής κατά την οποία γράφτηκε το βιβλίο αυτό όσο, απ’ ό,τι φαίνεται, και της κατοπινής.
Διότι αν η αλήθεια, όπως γράφει ο Bataille, υφίσταται μόνον όταν «σκεφτόμαστε εκείνο που εξωθεί στα άκρα τη δυνατότητα του να σκεφτόμαστε», διότι αν «η κυρίαρχη υπόσταση των πραγμάτων βρίσκεται μονάχα στο ανομολόγητο», τότε οι μυθιστορηματικές σκέψεις του Αγκέεφ—οι λογοτεχνικές καταθέσεις του δικού του «ανομολόγητου»—που καταφέρνουν να μας σοκάρουν στο σήμερα δεν μπορούν παρά να φωτίζουν με την βλοσυρή ανταύγεια της μεγαλοφυΐας του έναν κόσμο που δεν έχει πάψει, ή ίσως έχει εντείνει, την τάση του ν’ αυτολογοκρίνει τα μύχια και να υπερβάλλει τα επιδερμικά, έναν κόσμο που λέει στον εαυτό του ψέματα (κατ’ επέκτασιν: τον κόσμο της ανυπόστατης εξωτερίκευσης).
Επιπλέον, ο αισθητικός πειραματισμός—ανεξαρτήτως υπόθεσης—του Αγκέεφ δείχνει να βρίσκεται το ίδιο μπροστά από την εποχή του: μη-περαιωτική και ακατάληκτη μυθιστορηματική δομή, άρτια χρήση της δοκιμιακής παρέκβασης, απουσία καταλυτικού ιστορικού πλαισίου—το ψυχογράφημα στη διαχρονία του—, μη-δραματοποιημένες συνδέσεις μεταξύ των κεφαλαίων ούτως ώστε οι θεματικές ενότητες να παρατάσσονται σαν συγκοινωνούντα δοχεία αλλά και χωρίς καμιά απ’ αυτές να υποσκελίζει (χαντακώνει, δεσμεύει) τις υπόλοιπες: ένα διαρκώς μετατοπιζόμενο κέντρο βάρους και, ταυτόχρονα, ένα αέρινο πέρασμα της ψυχής-εκκρεμούς απ’ την πρώτη ώς την τελευταία σελίδα—πρόκειται για λογοτεχνία που περισσότερο εγείρει ερωτήσεις παρά καταγράφει απαντήσεις, για ένα συνθετικό επίτευγμα που μας επιτρέπει να μιλήσουμε όχι μόνον περί ιδιαίτερης φωνής της ρωσικής λογοτεχνίας αλλά και για σημαίνοντα κόμβο στην οργανική εξέλιξη του παγκόσμιου μυθιστορήματος.



Αναρωτιέται κανείς, με την ρομαντική θλίψη που προκαλούν οι υποθετικές λοξοδρομήσεις του τετελεσμένου, ποια θα ήταν επίδραση του Αγκέεφ στην Ιστορία της λογοτεχνίας αν μας είχε αφήσει ολόκληρη τη βροχή αντί μιας σταγόνας... Είναι όμως εμφανές (πέρα από τις όποιες υποθέσεις) ότι αυτό το βιβλίο γράφτηκε από κάποιον που πραγματικά αγαπούσε εκείνο που έκανε—κρίμα λοιπόν που δεν συνέχισε να το κάνει ή δεν θέλησε να το μοιραστεί παρότι το έκανε. Ακόμα, ωστόσο, και η σταγόνα του Μυθιστορήματος με Κοκαΐνη δεν μπορεί παρά να επιβεβαιώνει τη ρήση: η λογοτεχνία είναι ή μεγάλη ή τίποτα.

Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2009

Μια ιστορία με κοκαϊνη

Ρωσία, αρχές του 20ου αιώνα. Ο άγνωστος Αγκέεφ γράφει ένα μικρό διαμαντάκι καταγράφοντας την εσωτερική αδυναμία του ήρωά του, Βαντίμ Μασλένικοφ, να ελέγξει τον κόσμο του και να ενταχθεί σ’ αυτόν. Ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος και η επανάσταση των Μπολσεβίκων περνούν ξυστά αλλά δεν τον αγγίζουν. Αυτός εξακολουθεί να παραδέρνεται, απ’ όποιο ρόλο κι αν έχει – του δυνατού της τάξης, του ερωτευμένου νέου, του χρήστη κοκαΐνης – απ’ το «μίσος» του για την ίδια του τη μητέρα, στην αδυναμία του να δώσει αγάπη, για να παραδοθεί τελικά στον κόσμο της κοκαΐνης.




Ποιο είναι το κεντρικό θέμα του βιβλίου; Η πτώση του στα ναρκωτικά ή η σχέση του με τη μητέρα του τελικά; Και ο τίτλος; Το τέλος; Είναι αυτοβιογραφικό;
Ακούστηκαν πάρα πολλά τη Δευτέρα, στο πολυχώρο του Μεταίχμιου, οι οπτικές της ψυχανάλυσης και της ερμηνείας αυτών ήταν όμως που κυριάρχησαν.
Λογοτεχνικά ενταγμένος στη μεγάλη παράδοση – απ’ όπου σαφώς έχει επηρεαστεί – των ρώσων δημιουργών, με στοιχεία ωστόσο προοδευτικά – στη δομή, στη γλώσσα – ο Αγκέεφ δημιουργεί ένα κείμενο που σίγουρα δημιουργεί πολλά περισσότερα ερωτήματα απ’ αυτά που λύνει. Άριστος γνώστης της εποχής του, με τρομερή αντιληπτική ικανότητα και οξύνοια μοιάζει να δημιουργεί ένα κείμενο γύρω απ’ τον άξονα του ήρωα, ενός ήρωα όμως που η υπόστασή του ορίζεται και διαμορφώνεται απ’ τον περίγυρό του.




Ο Αγκέεφ δεν άφησε κανένα άλλο κείμενο ενώ κι οι πληροφορίες που έχουμε γιαυτόν είναι λιγοστές και αντικρουόμενες (κρίνοντας και απ’ τους προλόγους των δύο διαφορετικών εκδόσεων στην ελληνική γλώσσα!!!) …

Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου 2008

Για τον Samuel Beckett και τις Ευτυχισμένες Μέρες


Όσο οι λέξεις εξακολουθούν να έρχονται τίποτα δεν τα έχει αλλάξει, οι λέξεις οι παλιές ξαμολημένες πάλι. Ξεστόμισε, δεν απομένει τίποτ’ άλλο, ξεστόμισε να τις ξεφορτωθείς, εδώ όπως πάντα, τίποτ’ άλλο[1].


-Εγώ δεν το διάβασα! Πώς να το διαβάσω αυτό το πράγμα;
-Εγώ όταν το είχα διαβάσει φοιτήτρια δεν μπόρεσα να το τελειώσω. Τώρα, αφού το είδα στην Επίδαυρο, το διάβασα διαφορετικά.
-Μα, είναι καλύτερη η παράσταση από το κείμενο!
-Τελικά υπάρχουμε μέσα από το βλέμμα του άλλου…
-Και το πιστόλι;
-Δηλαδή τι ήθελε να πει;
-Ας μην ξεχνάμε την εποχή που έγραφε!
-Είναι υπαρξιστής!

Ο ίδιος ο Beckett έλεγε ότι είναι μάταιο να τον ρωτούν ποιο είναι το νόημα στα κείμενά του και να προσπαθεί κάποιος να βρει κάτι κρυμμένο σε αυτά. Η συζήτηση της Δευτέρας κινήθηκε ανάμεσα σε συναισθήματα και σκέψεις που μας ξύπνησε η ανάγνωση των «Ευτυχισμένων Ημερών» και τις πάμπολλες προσεγγίσεις των θεωρητικών πάνω στο έργο του. Η συζήτησή μας ήταν ένα ιδανικό δείγμα για τη θεωρία της πρόσληψης: ο κάθε αναγνώστης προσέλαβε διαφορετικό νόημα.
Μία γυναίκα που αναζητά το βλέμμα του συντρόφου της, ένα κορίτσι που ψάχνει μέσα στην τσάντα της μαμάς της και μαγεύεται από τις ανακαλύψεις, μία ηθοποιός που ψάχνει να δημιουργήσει τον ρόλο της, ο σύγχρονος άνθρωπος που βιώνει την κατάρρευση των νοημάτων…Οι ήρωες του Beckett αναγκάζονται να διαπιστώσουν ότι πρέπει να συνεχίσουν να ζουν μέσα στην παντελή έλλειψη νοήματος. Οι «Ευτυχισμένες Μέρες» σηματοδοτούν την αρχή μιας νέας φάσης στη δραματουργία του, κατά την οποία η γλώσσα χάνει το νόημά της ακόμα περισσότερο από τα πρώτα του έργα, αλλά παραμένει βασανιστικά το μόνο μέσο έκφρασης. Παράλληλα η δυνατότητα κίνησης μειώνεται δραματικά και η θεατρική σύμβαση γίνεται όλο και πιο εμφανής ως στοιχείο της παράστασης. Στο τέλος του έργου η Winnie μένει να μιλάει, με το κεφάλι μόνο έξω από τον λόφο του τίποτα μέσα στον οποίο θάβεται, ενώ το κουδούνι του θεάτρου είναι αυτό που της υπαγορεύει τον ρυθμό. «Αυτό δεν έχει καμία σχέση με τον ρόλο» απαντούσε ο Beckett στην Brenda Bruce, κάθε φορά που αυτήν τον ρωτούσε για το νόημα μιας φράσης, προσπαθώντας να προσεγγίσει τον ρόλο στανισλαβσκικά.

Ο Beckett αποθέωσε το ίδιο το θέατρο, χρησιμοποιώντας κυριολεκτικά τον χρόνο και τον χώρο του, οι ήρωές του στην όψιμη δραματουργία του δεν είναι παρά ηθοποιοί που καλούνται να υπάρξουν πάνω στη σκηνή για όση μόνο ώρα διαρκεί η παράσταση. Ισότιμα με αυτούς μπορεί να πρωταγωνιστεί ένα κουδούνι ή ένας προβολέας.

Θα κλείσω με το απόσπασμα από τη μετάφραση των «Ευτυχισμένων Ημερών» από τη Ρ.Πατεράκη και τον Κ.Φοντούκη, που πιστεύω ότι συνοψίζει όλα τα παραπάνω:

Words fail...
οι λέξεις αποτυγχάνουν απογοητεύουν προδίδουν
words fail...
οι λέξεις φθείρονται, φθίνουν
words words words
λόγια λόγια λέξεις λέξεις
οι λέξεις
fail
φθίνουν εξαντλούνται εξασθενούν
μειούνται εξαντλούνται εξαντλούνται
εγκαταλείπουν
les mots vous lachent
οι λέξεις σε παρατούν, είναι φορές
που ακόμα κι αυτές σε εγκαταλείπουν
[2].


[1] Από τα Κείμενα για το τίποτα 3, στο Μπέκετ Σάμουελ, Πρόζες 1945-1980, μτφ. Ε. Μαρωνίτη, Αθήνα, Πατάκης, 2006.
[2] Μπέκετ Σάμουελ, Ευτυχισμένες μέρες, Ω, οι ωραίες μέρες, ελληνική απόδοση Ρούλα Πατεράκη, Κοσμάς Φοντούκης, Αθήνα, Το Ροδακιό, 1994.

Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2008

Από την Έρση στην κυρία Έρση

Σίγουρα καλοκαίρι. Κι όμως Νοέμβρης. Στο αίθριο των εκδόσεων Μεταίχμιο. Σαν καλοκαιρινές διακοπές. Με γλυκίσματα, καφέ και μπόλικα ποτήρια νερό. Σαν να είχαμε πάει σ’ ένα πικ-νικ; Ή μήπως σε μια παραλία; Όχι, όχι απαραιτήτως για να κολυμπήσουμε, αλλά για να ρεμβάσουμε τη θάλασσα και ν’ απολαύσουμε ένα ειδυλλιακό ηλιοβασίλεμα... Τι λέω;
Κάπως έτσι ή καθόλου έτσι; Ακατανόητο ή και αδιάφορο;



Στα χέρια μας κρατούσαμε δύο βιβλία, που μερικοί προλάβαμε να τα διαβάσουμε και μερικοί όχι: την Έρση του Δροσίνη και το μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης του Πεντζίκη. Από πού να ξεκινήσει κανείς;

Από τη μια ο Δροσίνης: Ο Δροσίνης και η εποχή του. Ο Δροσίνης χωρίς την εποχή του. Αν όχι αυτό, αν όχι το άλλο, ίσως εκείνο, ίσως και το άλλο. Μας άρεσε; Αναγνώριση εξιδανίκευσης του ζευγαριού, χρήση πολλών και διαφορετικών στοιχείων, πολλά θέματα - κοινωνικές τάξεις, αρχαιολογία - δειλές τόλμες – αστυνομικό, μεταφυσική, καρικατούρες οι δευτερεύοντες χαρακτήρες. Και άλλα που αδυνατώ να θυμηθώ. Ήταν μια κακή στιγμή του; Ήθελε να επαναλάβει το πολυμεταφρασμένο και αναγνωρισμένο βιβλίο του Αμαρυλλίς; Κενό…


Από την άλλη ο Πεντζίκης. Ένα τεράστιο κείμενο. Ογκώδες. Στα όρια του μοντερνισμού. Επιρροές, συγγένειες, αναφορές. Διαβάζεται; Έχει νόημα να διαβαστεί σήμερα; Σε ποιους απευθυνόταν τότε; Σήμερα; Γιατί; Αν ήταν πιο μικρό μήπως ήταν πιο 1.2.3…; Γιατί τέτοια ερωτήματα; Γιατί κάποια κείμενα που έχουν μια σημαντική θέση στη γραμματεία δεν μπορούν να διαβαστούν ή δεν διαβάζονται; Φταίνε οι αναγνώστες; Υπάρχει τρίγωνο: Συγγραφέας-κείμενο-αναγνώστης; Πρέπει να υπάρχει; Ενδιαφέρει τον συγγραφέα; Αρκεί το παιχνίδι των λέξεων; Αρκεί η ιστορική ανάμνηση ή η καταγραφή της ανθρώπινης συνείδησης;
Δεκάδες ερωτήματα… καμία απάντηση…

Τέλος, γιατί ο Πεντζίκης επέλεξε να «διασκευάσει» την Έρση του Δροσίνη; Μήπως θέλησε να παίξει; Να την υπονομεύσει; Μήπως σήμερα είμαστε πιο καχύποπτοι; Αλλά υπάρχει εποχή αθωότητας στη λογοτεχνία;


Πολλά ερωτήματα, ελάχιστες απαντήσεις, εκεί στο αίθριο, ανάμεσα στις πολυκατοικίες, παρέα με την αγελάδα απ’ το cow parade…

Τετάρτη 29 Οκτωβρίου 2008

Δημήτρης Αθηνάκης - περί μετάφρασης και άλλων δαιμονίων

Δευτέρας απόγευμα. Στο αγαπημένο μας dasein. 14 άνθρωποι. Κουβέντες αντικρουόμενες, ζωντανές, τολμηρές. Καλεσμένος μας ο μεταφραστής Δημήτρης Αθηνάκης.

Η συζήτηση ξεκίνησε από το πώς φτάνει ένα προς μετάφραση βιβλίο στα χέρια του μεταφραστή, μέχρι το πότε «χωρούν» υποσημειώσεις σε ένα κείμενο. Και, φυσικά, αν όλα μεταφράζονται, αν η μετάφραση είναι μεταγραφή, ποια είναι η λειτουργία της κριτικής, η ελευθερία (ή μη) του μεταφραστή να επέμβει στο κείμενο, τα λάθη στη μετάφραση, το αμετάφραστο κάποιον κειμένων. Και πιο καθημερινά ζητήματα, όπως ας πούμε αν γίνεται να βιοποριστεί κανείς από τη μετάφραση.

Με τον Δημήτρη κουβεντιάσαμε και ένα ζήτημα, το οποίο πολύ έχει απασχολήσει τη Λέσχη Ανάγνωσης του ΜΕΛΟΜΑ τον τελευταίο καιρό: επηρεάζει τον αναγνώστη η βιογραφία του συγγραφέα; Αν και σε κάποιους από εμάς (π.χ. σε εμένα) η απάντηση μοιάζει προφανής (ναι, δεν γίνεται παρά να τον επηρεάζει), σε κάποιους άλλους είναι εξίσου προφανές το ακριβώς αντίθετο (όχι, δεν επηρεάζει την ανάγνωση η βιογραφία του δημιουργού).

Αδυνατώ να μεταφέρω εδώ τη ζωηρότητα της συζήτησης, των ανοιχτών ερωτημάτων και του γέλιου που ρίξαμε. Κρίμα που δεν είχαμε μεριμνήσει να τραβήξουμε φωτογραφίες. Την επόμενη φορά θα είμαστε καλύτερα προετοιμασμένοι.

Κυριακή 26 Οκτωβρίου 2008

Πατρίκ Μοντιανό: Στο café της χαμένης νιότης

Ποια είναι η Λουκί ή η σπουδάστρια ή η κατά κόσμον Ζακλίν Ντελάνκ σύζυγος του Ζαν-Πιερ Σουρό;




Ο Μοντιανό δίνει λόγο σε όλους όσοι τη γνώρισαν, μα ελάχιστα την ήξεραν πραγματικά: έναν φοιτητή που σύχναζε στο ίδιο με αυτήν καφέ, έναν ιδιωτικό ντετέκτιβ που την αναζητά κατά παραγγελία του συζύγου της, έναν εκκολαπτόμενο συγγραφέα και τελευταίο εραστή της, ενώ και η ίδια η Ζακλίν αφηγείται ένα μέρος της ζωής της. Παράλληλα απ’ το προσκήνιο περνούν και άλλοι χαρακτήρες που σκιαγραφούν το χαρακτήρα της, η μητέρα της που δούλευε στο Μουλέν Ρουζ, ο στοργικός αστυνομικός, η Ζανέτ Γκολ ή Νεκροκεφαλή που τη μυεί στον αιθέρα και ο Γκι ντε Βερ, προσωποποίηση του συγγραφέα, που χτίζει ή διαμορφώνει το χαρακτήρα της προτείνοντάς της βιβλία προς ανάγνωση.




Βρισκόμαστε στη δεκαετία του ’60, στις γειτονιές του Παρισιού, εκεί που «υπήρχαν μεταβατικές ζώνες, no man’s land, όπου ήσουν στο περιθώριο των πάντων, σε εκκρεμότητα, περαστικός». Στα 15 της η Ζακλίν συλλαμβάνεται δύο φορές για αλητεία ανηλίκου. Τι αναζητά και βγαίνει στο δρόμο; Είναι η φυγή της από ένα πλαίσιο ή η μετάβαση από μια ζωή σε μια άλλη; Μήπως η αδυναμία της να ωριμάσει; «Πίστευα ότι έπρεπε να σκληρύνω, να παλέψω με τον εαυτό μου, να προσπαθήσω να αυτοελεγχθώ» για να καταλήξει λίγο μετά «υπολόγιζα πολύ στις γνωριμίες που θα έκανα και που θα έβαζαν ένα τέρμα στη μοναξιά μου»…




Η Ζακλίν είναι μια γυναίκα ουσιαστικά χωρίς ταυτότητα που δεν νοιάζεται ποιο όνομα θα τη χαρακτηρίζει – Λουκί, σπουδάστρια, Ντελάνκ ή Σουρό – ψηλαφίζει το παρελθόν της, ανατρέχοντας στη μνήμη που προσπαθεί να αποβάλλει και να καταστρέψει. «Όταν όλα καταγράφονται ξεκάθαρα, αυτό σημαίνει ότι όλα έχουν τελειώσει, όπως στα μνήματα όπου είναι χαραγμένα ονόματα και ημερομηνίες» βιώνοντας τη θλίψη και τη μελαγχολία που της επιφέρει το οριοθετημένο πλαίσιο και όσα αυτό συνεπάγεται – η υποτυπώδης ασφάλεια της μητέρας στην αρχή, του συζύγου στη συνέχεια, του εραστή εν τέλει – ένα πλαίσιο που λειτουργεί μεν βασανιστικά σαν λαιμητόμος αλλά και που χωρίς αυτό δεν μπορεί τελικά να επιβιώσει. Στα διαλείμματα της ζωής της ή στις μεταβάσεις από τη μια σχέση στην άλλη βρίσκει καταφύγιο σε αβέβαιες σχέσεις εξάρτησης τη μια με τη Ζανέτ Γκολ και τον περίεργο κύριο Μοσελινί, την άλλη με μια λογοτεχνική παρέα στο café Condé, περιπλανώμενη πάντα στις Ουδέτερες Ζώνες του Παρισιού όντας στην ουσία απούσα. Ή μήπως μποέμ, αναρωτιέται ο αφηγητής; «Μποέμ: άτομο που διάγει ζωή περιπλανώμενη, χωρίς κανόνες και χωρίς έγνοιες για το αύριο. Να ένας ορισμός που ταίριαζε απόλυτα σε όσους και όσες σύχναζαν στο Condé», λέει ο Μοντιανό. Όμως η Ζακλίν δεν είναι μποέμ…




«Σ’ αυτή τη ζωή που καμιά φορά μας φαίνεται σαν χερσότοπος χωρίς κατευθυντήριες πινακίδες, ανάμεσα σ’ όλες αυτές τις γραμμές φυγής και τους χαμένους ορίζοντες, πολύ θα θέλαμε να βρούμε σημεία αναφοράς, να καταστρώσουμε κάτι σαν κτηματολόγιο, για να μην έχουμε πια την εντύπωση ότι αρμενίζουμε ακυβέρνητοι. Οπότε, δημιουργούμε δεσμούς, προσπαθώντας να σταθεροποιήσουμε ριψοκίνδυνες γνωριμίες» λέει ο ιδιωτικός ντετέκτιβ που την αναζητά.

Αυτό είναι όμως μόνο η Ζακλίν; Στο café Condé εμφανίζεται κουβαλώντας «ένα βιβλίο τσέπης, με βρόμικο εξώφυλλο, απ’ αυτά που τ’ αγοράζεις μισοτιμής στα παλαιοπωλεία του Σηκουάνα», που της έχει δώσει ο Γκι ντε Βερ. Το βιβλίο είναι «ο Χαμένος ορίζοντας» του Τζέιμς Χίλτον (1933).




Διαβάζοντας μια κριτική του Μ. Πανώριου για τον Χαμένο Ορίζοντα στη Βιβλιοθήκη το 2002 (http://www.enet.gr/online/online_issues?pid=51&dt=10/05/2002&id=98354632), νιώθω σαν να περιγράφεται η στάση της ίδιας της Ζακλίν:
Η «φυγή από την πραγματικότητα», παρ' όλο που θεωρείται παρεξηγημένα συνειδητή πράξη εθελοτυφλίας απέναντι στα καθημερινά προβλήματα της ζωής, δεν είναι καθόλου τέτοια. Στην ουσία, είναι μια βαθύτατα υπαρξιακή στάση-αντίδραση σε ένα ορισμένο κοινωνικοπολιτικό σύστημα, στις φιλοσοφικές και θρησκευτικές δομές του οποίου ο άνθρωπος κινδυνεύει να χάσει τον εαυτό του. Τότε, έχοντας συνειδητοποιήσει ότι η Ιστορία γράφεται από τις διάφορες εξουσίες και, κυρίως, ακούγοντας τον ήχο του επερχόμενου μέλλοντος, «αναχωρεί», είτε στο εσωτερικό είτε στο εξωτερικό του εαυτού του -είναι και αυτή η απόφαση μια μορφή αγώνα, ίσως η σωστότερη και αποτελεσματικότερη-, προσπαθώντας έτσι να διαφυλάξει και να περισώσει μέσα του το μεγαλείο και την ομορφιά του ανθρώπου και της φύσης, γεγονός που παίρνει μάλιστα τις διαστάσεις αυτοθυσίας μπροστά στη διαπιστωμένη έλευση ενός νέου εφιαλτικού Αρμαγεδδώνα.




Όμως ο Μοντιανό δεν μένει εδώ, το δεύτερο βιβλίο που βάζει να της προτείνει ο Γκι ντε Βερ είναι η «Λουίζ του Κενού – Ο θρίαμβος της φτώχειας και των ταπεινώσεων» του Jean Maillard (1713), θολώνοντας πλέον τα νερά για την ψυχική κατάσταση της Ζακλίν, προοικονομώντας έτσι και το τέλος της. Η Louise de Bellère du Tronchay ήταν μία αριστοκράτισσα, με μοναδική χάρη, μέχρι που στα 35 της έπαθε μια κρίση, κάτι ανάμεσα σε τρέλα και μυστικιστική κλίση, και μέσα από την άσκηση αφοσίωσης και το βάθος της αναφοράς της στον Θεό, γίνεται παράδειγμα προσωπικής ανιδιοτέλειας και μυστικιστικής έκλαμψης (http://www.lekti-ecriture.com/editeurs/louise-du-neant.html).




Η Ζακλίν Ντελάνγκ, ή Λουκί, ή η σπουδάστρια, ή απλώς σύζυγος του Ζαν-Πιερ Σουρό είναι απλώς γοητευτική.