Τετάρτη 6 Οκτωβρίου 2010

«Κάτι θα γίνει, θα δεις» Χρήστος Οικονόμου, εκδ. Πόλις


Στη λέσχη του Οκτωβρίου διαβάσαμε τη συλλογή διηγημάτων του Χρήστου Οικονόμου, και είχαμε μάλλον από τις πιο ενδιαφέρουσες συζητήσεις στη λέσχη. Τα υπέρ πολλά, τα κατά ακόμα περισσότερα. 

 

 

Αναμφισβήτητα το γεγονός ότι ο συγγραφέας καταπιάστηκε με ένα θέμα σημερινό, σύγχρονο, αποτελεί μεγάλο ατού. Μιλάει για το σήμερα με όρους σημερινούς. Μιλάει για συγκεκριμένη κατηγορία ανθρώπων, «ένα είδος νεόπτωχων» θα λέγαμε, οι οποίοι βιώνουν την πτώση από μία κατάσταση σε μία άλλη. Όλοι έχουν κάτι (μια αγάπη, ένα σπίτι, μια δουλειά) το οποίο χάνουν ή πρόκειται να χάσουν.  Η συνειδητοποίηση, πολλές φορές, ότι το χάνουν είναι πιο ισχυρή από την ίδια την απώλεια. Γύρω από αυτή την "αλλαγή" κινούνται οι ήρωες και πλέκονται οι ιστορίες.

 

Όλες, σχεδόν, οι ιστορίες εντάσσονται σε ένα πλαίσιο, αυτό των "μακρινών" δυτικών προαστίων του Πειραιά. Για τους περισσότερους από εμάς το πλαίσιο ήταν κακοφτιαγμένο, (Κοκκινιά Κερατσίνι Αμφιάλη οδηγάω με… Πέτρου Ράλλη Λαοδικείας Σαλαμίνος φουλαριστός… (σελ. 22)), και άτεχνα δοσμένο. Η υποβολή, δηλαδή του πλαισίου, γινόταν με την αναφορά δρόμων, μαγαζιών, και άλλων χαρακτηριστικών μερών, χωρίς συνεκτικότητα και ουσιαστικά χωρίς να προσθέτουν τίποτα στις ιστορίες. Όλοι, συμφωνήσαμε ότι αυτές οι ιστορίες θα μπορούσαν να διαδραματίζονται σε οποιαδήποτε περιοχή της Αθήνας. Τα τεχνητά αυτά μέσα δεν λειτούργησαν έτσι όπως είχε σκεφτεί μάλλον ο συγγραφέας. Επιπλέον, για να γίνει πιο υποβλητική η ατμόσφαιρα, να δοθεί η μαυρίλα και η σκοτεινιά, αν όχι σε όλα, στα περισσότερα, επιστρατευόταν η βροχή.

 

Κάποιοι από εμάς, θεώρησαν ότι δεν υπήρχε η αντίθεση για να αναδειχτούν οι ιστορίες, και πως «το μαύρο πάνω σε μαύρο δεν λειτουργεί».

 

Στους περισσότερους άρεσαν οι ιστορίες εκτός πλαισίου, ή εκτός ενός πολύ συγκεκριμένου πλαισίου, που δεν οριζόταν από ονομασίες δρόμων. Από τις ιστορίες με σαφές πλαίσιο, η καλύτερα δοσμένη ήταν ο «Μάο», το μεγαλύτερο από όλα τα διηγήματα, στο οποίο ο συγγραφέας έφτιαξε ένα πολύ καλό σκηνικό, μια γειτονιά, και τον πιο ολοκληρωμένο χαρακτήρα  (αν και στο τέλος … τον ξέχασε και αυτόν). 

 

Στα ουσιαστικά μας προβλήματα είναι η έλλειψη χαρακτήρων. Θεωρήσαμε ότι όλοι οι χαρακτήρες μοιάζουν, και επιπρόσθετα οι πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις αναμειγνύονταν με τις τριτοπρόσωπες, και από τη μία ιστορία στην άλλη δεν ήταν σαφής η διάκριση του αφηγητή από τον πρωταγωνιστή της ιστορίας ή της προηγούμενης ιστορίας κ.λπ.  

 

Οι ιδέες του Οικονόμου, είναι στη βάση τους καλές, αναδεικνύουν οξυδέρκεια και αντιληπτικότητα, αν και δεν έλειψαν οι απόψεις ότι «το βιβλίο αντανακλά τη δημοσιογραφική κάλυψη του όλου θέματος» (ο Οικονόμου είναι δημοσιογράφος)  «είναι ξεκομμένο από την πραγματικότητα» ή «είναι κακό μελό».

Ωστόσο, όλοι συμφωνήσαμε ότι χρειαζόταν καλύτερη και πιο αυστηρή επιμέλεια, σε θέματα όπως η επανάληψη (για παράδειγμα στην πρώτη ιστορία με το μαρούλι), ή στη χρήση των κοφτών και μικρών προτάσεων που δεν οδηγούσαν πουθενά, και έμεναν μετέωρες ανάμεσα στην κορύφωση και τη συγκίνηση.

 

 

Όλοι συμφωνήσαμε όμως ότι ήταν μια καλή επιλογή για τη λέσχη, η συζήτηση ήταν εποικοδομητική, ζωηρή, έντονη, και αυτό μας είχε λείψει…

Τετάρτη 15 Σεπτεμβρίου 2010

Φλάνερυ Ο' Κόνορ - Σπάνιο να σου τύχει καλός άνθρωπος

Γεννημένη στις 25 Μαρτίου 1925 η Μαίρη Φλάνερυ Ο΄Κόνορ πέθανε στην Τζώρτζια από λύκο (μία χρόνια πάθηση του ανοσοποιητικού συστήματος) στις 3 Αυγούστου 1964. Ήταν μοναχοπαίδι. Ο πατέρας της είχε επίσης πεθάνει από λύκο το 1937. Η Ο΄Κόνορ ήξερε ότι ο λύκος αποτελεί κληρονομική ασθένεια. Στα 6 της έμαθε σ΄ένα κοτόπουλο να περπατάει ανάποδα. Την έδειξαν στα επίκαιρα και στις εφημερίδες. Ήταν η πρώτη της σχέση με τη διασημότητα. Όπως έλεγε η ίδια, καμία άλλη εμπειρία στην υπόλοιπη ζωή της δεν ήταν τόσο συναρπαστική. Δεν παντρεύτηκε ποτέ και ήταν Ρωμαιοκαθολική.

Η Ο΄Κόνορ θεωρείται ως μία από τις πιο σημαντικές φωνές στην Αμερικάνικη Λογοτεχνία. Έγραψε 2 μυθιστορήματα, 32 διηγήματα, δοκίμια και κριτικές. Το 1955 εκδώθηκε το «Σπάνιο να σου τύχει καλός άνθρωπος», η συλλογή διηγημάτων της που διάβασε η Λέσχη μας. Ήταν συγγραφέας του Αμερικάνικου Νότου. Οι ιστορίες της είναι γεμάτες με χιούμορ, ειρωνία. Την απασχολούσε η κωμική πλευρά του σύμπαντος. Επίσης την απασχολούσαν οι μεταμορφώσεις, ειδικά αυτές που αποτελούσαν αποτέλεσμα της δράσης της θείας χάριτος. Είχε απόλυτη πίστη στον Θεό και την ενεργή συμμετοχή Του στην ανθρώπινη ζωή (όχι μόνο στη ζωή των πιστών).

Τρία θεωρούνται πως είναι τα πιο βασικά στοιχεία της δουλειάς της Ο΄Κόνορ, τα οποία μπορούν να λειτουργήσουν και ως «κλειδιά» στην ανάγνωση του έργου της: η ρωμαιοκαθολική της πίστη, το γκροτέσκο και η βία. Αυτά χρησιμοποιήσαμε ως πλοηγούς στην ανάγνωσή μας στη Λέσχη.

Το γεγονός ότι η Ο΄Κόνορ έγραφε ως πιστή ρωμαιοκαθολική εξέπληξε πολλά από τα μέλη της Λέσχης, μιας και οι πάστορες και οι χριστιανοί στις ιστορίες της είναι από υποκριτές εώς εγκληματίες, ενώ η Ο΄Κόνορ μοιάζει να τους διακωμωδεί ή και να τους καταδικάζει ακόμα και σε βίαιο θάνατο. Η θεματολογία της είναι γύρω από την πίστη, το Θεό, τη δικαιοσύνη, την αγάπη, αλλά όχι με τον διδακτικό, περιορισμένο, φοβικό, τρόπο που ίσως θα περίμενε κανείς από μία «χριστιανή συγγραφέα».

Σχετικά με το γκροτέσκο των χαρακτήρων της, η Λέσχη μάλλον συμφώνησε με την ίδια την Ο΄Κόνορ, η οποία έλεγε πάνω στο θέμα αυτό: «Οτιδήποτε προέρχεται από τον Νότο θα θεωρηθεί γκροτέσκο από τον Βόρειο αναγνώστη, εκτός κι αν είναι πραγματικά γκροτέσκο, οπότε θα θεωρηθεί ρεαλιστικό.» Που σημαίνει ότι η Λέσχη σε καμία περίπτωση δεν θα κατέτασε την Ο΄Κόνορ τους συγγραφείς του «Southern Gothic», όπως κάνουν πολλοί αναγνώστες και μελετητές της. Για εμάς, η ματιά της Ο΄Κόνορ είναι απλώς αληθινή, σχεδόν λες και κάνει ρεπορτάζ για τα όσα βλέπει να συμβαίνουν γύρω της.

Έντονη ήταν η συζήτησή μας σχετικά με τη βία στις ιστορίες της Ο΄Κόνορ. Η ίδια έλεγε ότι «Η θεία χάρη μας αλλάζει. Κάθε αλλαγή είναι επίπονη.» Ωστόσο, πολλοί αναγνώστες της Λέσχης θεώρησαν ως σκληρότητα και έλλειψη αίσθησης του δικαίου της συγγραφέως το γεγονός ότι επιλέγει να «σκοτώσει» παιδιά, μετανάστες, μία μουγγή κοπέλα, μία κουτσή διανοούμενη. Ακούστηκαν διάφορες απόψεις περί ελευθερίας επιλογής του ανθρώπου, χωρίς να καταλήξουμε σε μία κοινώς αποδεκτή εξήγηση των συγγραφικών επιλογών της Ο΄Κόνορ.

Το «Σπάνιο να σου τύχει καλός άνθρωπος» μας άρεσε. Συμφωνήσαμε πως πρόκειται για ένα βιβλίο καθαρής λογοτεχνίας. Η Ο΄Κόνορ γράφει ιστορίες ανθρώπων, ακολουθώντας την παλιά, κλασσική έννοια της αφήγησης. Εκείνο που την χωρίζει από την κλασσική λογοτεχνία του 19ου αιώνα είναι το ίδιο που αργότερα θα έκανε ο Καπότε στον «Εν Ψυχρώ»: να δείξει ανθρώπινες ιστορίες, χωρίς να πάρει θέση, χωρίς να πει «αυτό είναι καλό κι εκείνο είναι κακό». Σπάνιο να σου τύχει τόση ενδιαφέρουσα συγγραφέας.

Κυριακή 4 Ιουλίου 2010

"Τα ονόματα" του Ντον ΝτεΛίλλο

Στην τελευταία λέσχη διαβάσαμε και σχολιάσαμε «Τα ονόματα» του Ντον Ντελίλλο. Τώρα το διαβάσαμε είναι λιγάκι υπερβολικό διότι από τα παρόντα μέλη της λέσχης μόνο η γράφουσα που φέρει και την ευθύνη της επιλογής του παραπάνω βιβλίου ολοκλήρωσε την ανάγνωσή του. Τα υπόλοιπα μέλη το άφησαν στη μέση...


Πρώτα λίγα λόγια για τον συγγραφέα. Ο Ντον ΝτεΛίλλο γεννήθηκε το 1936 στο Μπρονξ της Νέας Υόρκης από γονείς ιταλικής καταγωγής. Έκανε σπουδές επικοινωνίας και δούλεψε για λίγο στη διαφήμιση. Έζησε στην Αθήνα από το 1979 έως το 1982. Μετά επέστρεψε στη Νέα Υόρκη όπου ζει μέχρι σήμερα. Έχει γράψει μυθιστορήματα και θεατρικά έργα και έχει τιμηθεί με διάφορα βραβεία.


Ο ήρωας στα ονόματα είναι ένας αμερικανός που ζει στην Αθήνα και δουλεύει ως «αναλυτής κινδύνου» που όπως εξηγεί ο ίδιος: «Είναι ένας σωρός από οργανωμένες εικασίες. Εξασφάλιση από πολιτικό κίνδυνο. Εταιρείες που δεν θέλουν να βρεθούν αντιμέτωπες με κάποιο κίνδυνο». Στο τέλος του βιβλίου μαθαίνουμε ότι οι πληροφορίες και οι εικασίες διοχετεύονταν στην CIA. Η αφήγηση παρακολουθεί τον ήρωα, τις επαφές του με τους ομοεθνείς του που ζουν κι αυτοί στην Αθήνα και έχοντάς την ως ορμητήριο ταξιδεύουν σε Τουρκία, Κύπρο, Αφρική και Μέση Ανατολή. Επίσης τη σχέση του με την πρώην γυναίκα του που εργάζεται σε μια αρχαιολογική ανασκαφή σε κάποιο νησί του Αιγαίου, και την σχέση του με τον εννιάχρονο γιο του. Στην ιστορία εμπλέκεται και μια αίρεση τα μέλη της οποίας δρουν στον ευρύτερο χώρο της Ανατολής και δολοφονούν ανθρώπους των οποίων το όνομα έχει το ίδιο αρχικό γράμμα με το όνομα του χωριού ή της πόλης που ζουν. Η έρευνα για την αίρεση θα οδηγήσει τον ήρωα από ένα νησί του Αιγαίου, στη Μάνη, στην Ιορδανία, στην Ιερουσαλήμ και στην Ινδία. Η αφήγηση κλείνει με την δολοφονική απόπειρα εναντίον ενός αμερικανού στην Αθήνα από κάποια οργάνωση τύπου 17η Νοέμβρη.


Ο αφηγητής είναι ακριβοδίκαιος, δεν παίρνει θέση ούτε κλίνει σε κάποια πλευρά. Αφηγείται την ιστορία χωρίς συναισθηματικές εμπλοκές. Αυτό είναι ένα στοιχείο που χρεώνει η κριτική στον ΝτεΛίλλο αλλά και οι περισσότεροι από τους συναναγνώστες της λέσχης. Ότι το στεγνό ύφος του συγγραφέα τους εμπόδισε να τελειώσουν την ανάγνωση του βιβλίου. 


O ίδιος ο ΝτεΛίλλο σε μία από τις σπάνιες συνεντεύξεις του λέει ότι συνεχίζει την παράδοση του κοινωνικού μυθιστορήματος. Για την γράφουσα είναι ένας σπουδαίος συγγραφέας που προσπαθεί να ερμηνεύσει και να αποκωδικοποιήσει το σήμερα. 

Τρίτη 13 Απριλίου 2010

Βίντοσαβ Στεβάνοβιτς "Διαθήκη"


Ο Βίντοσαβ Στεβάνοβιτς γεννήθηκε το 1942 στο Κραγκούγιεβατς και ζούσε για τριάντα χρόνια στο Βελιγράδι. Μετά το 1991 αυτοεξορίστηκε από τη χώρα του, πρώτα στην Ελλάδα, στη συνέχεια στο Παρίσι. Από το 1995 ζει στη Σερβία.



Από τα πιο γνωστά του βιβλία είναι η «Διαθήκη» που διαβάσαμε στη λέσχη ανάγνωσης, ένα «μυθιστόρημα σε 52 ολονυκτίες», όπως χαρακτηρίζεται, όπου οι ήρωες σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση πάντα, αποκαλύπτουν και αποκαλύπτονται μέσα από την εμπειρία του πολέμου. Όλα και όλοι στρέφονται γύρω από τον πόλεμο, χωρίς να (τους) ενδιαφέρει αν υπάρχει κάτι πίσω ή πέρα από αυτόν. Η ανθρώπινη φύση αναδεικνύεται σε όλο το εύρος της γιατί το μοναδικό της δημιούργημα είναι ο πόλεμος, ο οποίος καταφέρνει να αναδείξει το καντάντημα των ανθρώπων και να τονίσει όλα τα αρνητικά χαρακτηριστικά τους. Οι άνθρωποι χάνουν όλα όσα χαρακτηρίζουν το ανθρώπινο γένος και επαναφέρουν συνεχώς και εν πλήρει συνειδήσει το κακό. Το κακό είναι η μόνο επιλογή, φαίνεται να λέει ο Στεβάνοβιτς, ένα κακό που τους λύνει τα χέρια: είναι μονόδρομος.



Η οπτική αυτή του «μαύρου» είναι επιλογή του Στεβάνοβιτς που επιμένει και την υπηρετεί καλά, αποκόπτωνας απ’ τα λόγια του Ηράκλειτου «πόλεμος πατήρ πάντων» την έννοια της δημιουργίας που ενυπάρχει στον αρχαίο φιλόσοφο. «Αν δεν ξέσπαγε κάποιος πόλεμος θα σφαζόμαστε μεταξύ μας» (σελ. 128), λέει για να συνεχίσει «Εκείνος που μου έβγαλε την καρδιά, έκανε πολύ καλά. Δεν ακούω τίποτα στο στήθος μου» (σελ. 40) και «Έχασα το τουφέκι και το μαχαίρι, δεν έχω τίποτα πια, δεν περπατάω, δεν αναπνέω. Αντί για κεφάλι, έχω μίσος»(σελ.191) και να καταλήξει «Μας έκαναν και πολλά άλλα, όσα μπορούσαν να περάσουν απ’ το νου τους. Βαριόμαστε ακόμα και να σας τα περιγράψουμε» (σελ. 212).



Ο Στεβάνοβιτς δεν αφήνει ανοιχτά παράθυρα, δεν βλέπει πουθενά μια αχτίδα φωτός. Ακόμα και η χρήση του ονόματος Λαζάρου ως σύμβολο, οι ήρωές του φέρουν όλοι το ίδιο αυτό όνομα, μόνο σαν ένα ειρωνικό σχόλιο για την μετά πόλεμο εποχή μπορεί να εκληφθεί. Ο Λάζαρος μετά την ανάστασή του θα είναι ένας νεκροζώντανος, δεν θα χαμογελάσει ποτέ ξανά.



Ο Έριχ Μαρία Ρεμάρκ στην αρχή του βιβλίου «Ουδέν νεώτερον από το δυτικό μέτωπο» λέει για το βιβλίο του ότι «δεν είναι ούτε κατηγορητήριο ούτε εξομολόγηση και ακόμα λιγότερο μια περιπέτεια, γιατί ο θάνατος δεν είναι περιπέτεια για αυτούς που τον αντιμετωπίζουν. Θα προσπαθήσει, απλούστατα, να μιλήσει για μια γενιά ανθρώπων που, κι αν ακόμα ξέφυγαν από τις οβίδες τους, καταστράφηκαν από τον πόλεμο» για να πει προς το τέλος του βιβλίου «Τι θα συμβεί άραγε ύστερα; Και τι θα απογίνουμε εμείς». Ο Στεβάνοβιτς ξέρει ότι δεν θα υπάρξει μετά. Γιατί δεν υπάρχει τέλος.



Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί την ιστορία, τις παραδόσεις και τους μύθους της χώρας του μέσα σε μια συμβολική και ποιητική γλώσσα που αναδεικνύεται από τη μετάφραση της Γκάγκα Ρόσιτς. Ωστόσο η έλλειψη ενός άξονα που ενδεχομένως θα έκανε πιο συμπαγές το σύμπαν που φτιάχνει ο συγγραφέας, οι πολλές ίδιες οπτικές γωνίες των διαφόρων ηρώων που δεν μπόρεσαν να αποφύγουν τους σκοπέλους της επαναληπτικότητας ήταν στοιχεία που αποθάρρυναν στο να ολοκληρώσουν ή να ευχαριστηθούν την ανάγνωση πολλά μέλη της λέσχης μας.

Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2010

"Θέλετε να χορέψομε Μαρία;"



Θέλετε να χορέψομε Μαρία;, ρωτά η Μέλπω Αξιώτη κι εμείς, οι ΠΑΡΑΛΙΑκοί τύποι, αποφασίσαμε να απαντήσουμε πως ναι, θέλουμε.

«Εγώ μεγάλωσα μέσα σε μια σακούλα χαρτοπόλεμο. Προσπαθούσα να ξεχωρίσω μέσα σ’ εκείνο το πλήθος τα χρώματα , το ιδιαίτερο , που δε θα εξαφανιζόταν με τη γοργή στροφή , να μπερδευτεί με τα άλλα χρώματα»

Περάσαμε χώρια έναν μήνα διαβάζοντας αυτή την κούτσικη νουβέλα. Και έπειτα βρεθήκαμε μαζί να ψάχνουμε να δούμε ποιοι είναι η Μαρία, η Μάρθα, ο Γιάννης, οι μύθοι, η φύση, η πόλη, η παιδική ζωή μας.

Τί θέλει να πει η Αξιώτη μάλλον αποτύχαμε να εντοπίσουμε. Ή πάντως δε μπορέσαμε να δώσουμε κοινώς αποδεκτή απάντηση. Το κείμενο αυτό μοιάζει σαν να γράφτηκε σε μία γλώσσα ξένη, ακατάλυπτη, γεμάτη σιωπές, γλώσσα που γλιστράει από τρόμο μήπως και κάποιος ήρωας τολμήσει να πει το ανείπωτο. Ο πυρετός θα ήτανε αβάσταχτος. Η Αξιώτη –μέγιστη ποιήτρια- προτιμά να αφήσει τον αναγνώστη να νιώσει τα νοήματα. Πού σημαίνει τί; Ότι νοήματα δεν υπάρχουν; Ότι δεν υπάρχει ΤΟ νόημα; Ότι υπάρχει νόημα διαφορετικό για κάθε αναγνώστη;

Η συζήτηση ανάμεσα στα μέλη της Λέσχης μας αποκάλυψε ότι η ομορφιά του λόγου της Αξιώτη μας είχε όλους ζαλίσει (με όλες τις ερμηνείες του όρου). Θαυμάσαμε τη μοντερνίστρια, αριστερή, γυναίκα, συγγραφέα. Θαυμάσαμε το πόσο καινούριο είναι ακόμα το κείμενό της. Πόσο φρέσκο μας μοιάζει. Ασκήσαμε κριτική στην
υπονόμευση από τη συγγραφέα αυτού που λέμε «πλοκή», ειδικά υπό το πρίσμα του σημερινού, χορτασμένου από μοντερνισμό και μεταμοντερνισμό αναγνώστη. Και ευχαριστήσαμε την κυρία Μέλπω για την συγκίνηση που μας είχε δωρίσει.

Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου 2009

"Οι γιαγιάδες" της Ντόρις Λέσινγκ


Η Ντόρις Λέσινγκ γεννήθηκε το 1919 στην Περσία, σημερινό Ιράν, από Βρετανούς γονείς αλλά από τα πέντε της χρόνια έζησε στη Νότια Αφρική όπου εγκαταστάθηκε η οικογένειά της. Από το 1949 ζει στο Λονδίνο. Εξέδωσε το πρώτο της βιβλίο με τίτλο «Τραγουδάει το χορτάρι» το 1950, όπου θέτει ζητήματα που θα την απασχολήσουν σ’ όλη την έκταση του έργου της. Ρατσισμός, σεξουαλικότητα, κοινωνικός εφησυχασμός και ηθελημένη άγνοια. Με το μυθιστόρημά της «Το χρυσό σημειωματάριο» που εκδόθηκε το 1962, η Λέσινγκ θεωρήθηκε απόστολος του φεμινιστικού κινήματος, ρόλος που η ίδια αποποιείται. Στο έργο διερευνά τις συνθήκες ζωής μιας συγγραφέως που ζει κερματισμένη ανάμεσα στις διάφορες ιδιότητές της ως γυναίκα, μάνα, συγγραφέας, πολιτικό ον, αλλά ακόμη και τη θέλησή της να άρει τα όρια μεταξύ των ρόλων της και να υπάρξει ως ολότητα. Πολυγραφότατη, στο ενεργητικό της περιλαμβάνονται περισσότεροι από 50 τίτλοι βιβλίων. Επίσης η Λέσινγκ ήταν πάντα παρούσα στα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα της εποχής της. Το 2007 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ για το σύνολο του έργου της. Η Σουηδική Ακαδημία τη βράβευσε ως την «επική συγγραφέα της γυναικείας εμπειρίας, η οποία με σκεπτικισμό, πάθος και ιδεαλιστική δύναμη υπέβαλε ένα διχασμένο πολιτισμό σε εξονυχιστική έρευνα».

Στο βιβλίο της Λέσινγκ «Οι γιαγιάδες» που σχολιάσαμε περιέχονται τέσσερις νουβέλες. Στην ομώνυμη ιστορία δύο παιδικές φίλες που ζουν παρόμοιες ζωές σ’ ένα ανέμελο κόσμο, όπου υπονοείται το αποικιοκρατικό σύστημα της Νότιας Αφρικής, έχουν ερωτική σχέση η κάθε μια με τον έφηβο γιο της άλλης. Οι σχέσεις αυτές συνεχίζονται μέχρι που ο χρόνος και οι κοινωνικές δομές δείχνουν την παντοδυναμία τους. Κατά γενική διαπίστωση από τα παρόντα στη συζήτηση μέλη της λέσχης, η ιστορία είναι ενδιαφέρουσα αλλά η διαπραγμάτευσή της από τη συγγραφέα μάλλον αποτυχημένη. Η εναλλαγή αφηγηματικής οπτικής δεν επιτρέπει τη διείσδυση στους χαρακτήρες και κάνει την ιστορία πλαδαρή και επίπεδη.

Η δεύτερη νουβέλα «Η Βικτόρια και οι Στάβενι» είναι τοποθετημένη στο σύγχρονο Λονδίνο, όπου η Βικτόρια μια μαύρη απλοϊκή κοπέλα έφερε στον κόσμο ένα κοριτσάκι από λευκό πατέρα που προερχόταν από μεσοαστική οικογένεια με αντιρατσιστικές αντιλήψεις. Η Βικτόρια αποκτά φυλετική συνείδηση όταν βλέπει την κόρη της να μεγαλώνει με τα προνόμια της λευκής φυλής και της αστικής τάξης, προνόμια που είναι απαγορευμένα γι’ αυτήν και για το αγοράκι της που είναι αμιγώς μαύρο. Σ’ αυτή τη νουβέλα, την πιο ενδιαφέρουσα της συλλογής, η επιλογή από τη συγγραφέα των χαρακτήρων, της ήπιας ειρηνικής Βικτόριας και της καλοπροαίρετης οικογένειας των λευκών, κάνει ν’ αναδυθεί με μεγαλύτερη δύναμη το φυλετικό και ταξικό χάσμα που τους χωρίζει.

Στην τρίτη νουβέλα «Η αιτία όλων αυτών» παρακολουθούμε την ακμή και την παρακμή ενός αρχαίου πολιτισμού. Η Ντόρις Λέσινγκ κάνοντας προφανώς προβολή στο σήμερα καταδεικνύει ότι εκείνος ο αρχαίος πολιτισμός κατέρρευσε από κακές επιλογές, αλλά περισσότερο από την πανταχού παρούσα ανθρώπινη βλακεία. Ιστορία αδικαιολόγητα μακριά, που γίνεται φλύαρη και βαρετή – μάλιστα οι περισσότεροι απ’ τους συναναγνώστες δεν άντεξαν να τη διαβάσουν μέχρι το τέλος.

Στην τελευταία νουβέλα «Ο καρπός του έρωτά του», ένας άγγλος στρατιώτης του 2ου παγκόσμιου πολέμου έχει μια ερωτική ιστορία με μια παντρεμένη γυναίκα στη Νότια Αφρική. Όταν μαθαίνει αργότερα ότι απ’ αυτή τη σχέση γεννήθηκε ένα αγόρι βάζει σκοπό της ζωής του να γνωρίσει αυτό το παιδί που η μητέρα του κρατά σε απόσταση για να μην κινδυνέψει η κοινωνική της θέση. Πρόκειται για μια ιστορία που δείχνει το ανακάτεμα και τις ανατροπές που φέρνει ο πόλεμος στις ζωές των ανθρώπων. Η συγγραφέας αναπτύσσει την αφήγησή της γραμμικά αρχίζοντας από τη ζωή του ήρωα προπολεμικά και συνεχίζοντας με την κήρυξη του πολέμου, την κατάταξή του στο στρατό, τη μετακίνηση του συντάγματός του από την Αγγλία στην Νότια Αφρική και εν συνεχεία στην Ινδία. Αυτό το ταξίδι που αναπαριστάται από τη Λέσινγκ αριστοτεχνικά μεταδίδει όλη τη φρίκη του πολέμου χωρίς να περιγράφεται ούτε η ελάχιστη πολεμική αψιμαχία. Οι στρατιώτες στοιβαγμένοι σ’ ένα καράβι στην αρχή του πολυήμερου ταξιδιού χάνουν την ιδιωτικότητά τους κατόπιν την συναίσθηση του σώματός τους και τελικά την αξιοπρέπειά τους.

Αν και οι γιαγιάδες δεν είναι από τα σπουδαία έργα της Λέσινγκ, η στόφα της ως μεγάλης συγγραφέως φαίνεται από τις περιγραφές της, απ’ τον τρόπο που εξελίσσει τους χαρακτήρες, από το πώς χειρίζεται τα θέματά της, αλλά και από την ιδεαλιστική θεώρηση που διαπερνά όλες τις ιστορίες της.

Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2009

Από τη Μόσχα και το Σατανά στον Πόντιο Πιλάτο

Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα, Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ




Ένα πολυπρισματικό μυθιστόρημα χωρίς σαφή άξονα, που μας προβλημάτισε αρκετά.

Τέσσερα είναι τα κύρια θέματα που απασχολούν τον Μπουλγκάκοφ στο μυθιστόρημά του: η ανάδειξη της εποχής του μέσα από τις συνήθειες και τις συμπεριφορές των ανθρώπων κάθε τάξης, αλλά κυρίως των λογοτεχνών. Ο έρωτας του Μαιτρ και της Μαργαρίτας. Η κάθοδος του Σατανά στη γη. Και … ο Πόντιος Πιλάτος.




Στο πρώτο θέμα που αποτελεί και το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου χρησιμοποιεί τη σάτιρα, εύστοχα πολλές φορές, δημιουργώντας τελικά ένα επικαιρικό ή και καταγγελτικό κείμενο, καταπιανώμενος με θέματα και που γνώριζε εκ των έσω και είχε ξαναγράψει και παλιότερα (π.χ. το θεατρικό του έργο Η Ερυθρά Νήσος). Η Μαργαρίτα θα έκανε τα πάντα για να ξανάβλεπε τον Μαιτρ της. Ως και να πουλήσει την ψυχή της στο Διάβολο, ο οποίος στην περιοδεία του επί γης, εκείνες τις μέρες βρέθηκε και στην «άθεη» Μόσχα, για να διασκεδάσει και να ανακατέψει λίγο τους κατοίκους της. Και τα δύο αυτά θέματα είναι μάλλον άνευρα, ο έρωτας της Μαργαρίτας δεν αναδεικνύεται έτσι ώστε να πείσει η επικείμενη σύνδεσή της με το Σατανά, και ο τελευταίος εμφανίζεται τελικά τόσο «καλός», -υπηρετεί κι αυτός με τη σειρά του τον αφέντη του-, τόσο στερεοτυπικά δομημένος και όμοιος με τον αντίστοιχο στον Φάουστ του Γκαίτε, ή αρκετά υπεράνω και αδιάφορος για τα πράγματα από ότι στο «Το χειρόγραφο του κύριου Σολοβάιδ» του Hauff. Γενικά μια ατολμία διατρέχει όλο το κείμενο που γίνεται τόσο φανερή στο «τέλος» του, όπου όλα επανέρχονται στην πρότερη ήρεμη τάξη. Είναι ο φόβος ή η αδυναμία του Μπουλγκάκοφ τελικά να προχωρήσει λίγο παραπέρα τα θέματά του και να δώσει εκείνα τα συστατικά που έκαναν τη Διαβολιάδα του 13-15 χρόνια νωρίτερα ξεχωριστή;

Τέλος, ο Πόντιος Πιλάτος – ένα μυθιστόρημα που έχει γράψει ο Μαιτρ και δεν δέχτηκαν οι συγγραφικοί κύκλοι να εκδώσουν: η αφήγηση της Σταύρωσης του Χριστού στο δεύτερο κεφάλαιο, είναι δείγμα αριστοτεχνικής γραφής από τον Μπουλγκάκοφ. Όμως και πάλι το όλο θέμα είναι ξεκάρφωτο στο σύνολο του βιβλίου. Ακόμα και αν ο Σατανάς έρχεται στην άθεη Μόσχα για να επιβεβαιώσει την παρουσία του ή την αλήθεια της ύπαρξής του, και ο Μαιτρ γράφει για ένα μυθιστόρημα για τον Πόντιο Πιλάτο μια περίοδο όπου όλα αυτά τα θρησκευτικά θέματα καταχωνιάζονται, μάλλον δεν αρκούν στο πλαίσιο που έχει χτίσει ο ίδιος ο συγγραφέας…




Ο Μπουλγκάκοφ φτιάχνει ένα αφήγημα ευχάριστο και ρέον που ο αναγνώστης θέλει να διαβάσει απνευστί, με τα καλύτερα υλικά που θα μπορούσε να έχει στην κουζίνα του, αλλά τελικά το αποτέλεσμα δεν ήταν ικανοποιητικό για μας τους λίγους που συναντηθήκαμε στο καφέ του ΒΟΞ αυτή τη φορά και το συζητήσαμε.



Δείτε κι εδώ:

http://cr.middlebury.edu/public/russian/Bulgakov/public_html/index.html